Translate

Friday, January 13, 2006

Το τρομαχτόν....

 


Το σπίτι παλιό και πέτρινο, από τούτα τα τούρκικα, τα υγρά και σκοτεινά με ξεχαρβαλωμένα σανίδια στο πάτωμα. Ερειπωμένο μα όχι μόνο, σα στοιχειωμένο. Ερμο και κουρασμένο από τα χρόνια, σα τις καρδιές των νέων του κατοίκων. Δεν είναι καιρός που φτάσαν από την Χιό, λίγες βδομάδες μονάχα. Άφησαν το νέο τους σπίτι, το ραφτάδικο και ήρθαν δω, για το θέλημα του πατέρα, πριν κλείσει τα μάτια του να δει τον Γιάννη. Τον Γιάννη του.
Τούτο το ‘ρημόσπιτο ήταν το μόνο που απέμεινε ακατοίκητο ακόμη. Οι πρώτεροι κάτοικοι του φύγαν άρον άρον, ούτε που κατάλαβαν τι συνέβη.
- Φύγετε, τους είπαν. Ο πόλεμος τέλειωσε.
- Τέλειωσε, δόξα τον Αλλάχ. Και τελειώνουμε και μεις; Μα που να πάμε;
- Μπρε μπρε μπρε, στην μητέρα πατρίδα πάτε μπρε.


- Τούτο ‘ναι το σπίτι Βασώ.
Γύρισε την ματιά της, το βλέμμα της έπεσε πάνω στα υγρά γκρίζα ντουβάρια . Τα πελώρια αμυγδαλωτά της μάτια, μίκρυναν, μια τρίτσα γίνηκαν. Πήρα μιαν ανάσα, έσκυψε το κεφάλι, ζαλώθηκε τη Σοφούλα και μπήκε πρώτη μέσα. Πάντα πρώτη.
Τρία δωμάτια όλα κι όλα, το τρίτο μ’ένα πελώριο τζάκι στην άκρη. Δυο οικογένειες σε δυό δωμάτια. Τι κι αν ήταν αδέλφια και κουνιάδες; Τόσα κορμιά σε δυο δωμάτια. Που’ν’το σπίτι μας στο Τσίτα; Τυχερός όποιος τό’χει. Δίπατο με μεγάλα δωμάτια, σάλα, κατώι. Τυχερός. Ας είναι, γενηθήτω το θέλημα Του!

Βολεύτηκαν κουτσά στραβά, οι γκρίνιες δεν έλειψαν ποτέ, μα η Βασώ τό’χε ραμμένο το στόμα. Παπαδοκόρη, μορφωμένη, λιγομίλητη. Λίγα και σοφά. Κι αν στον τόπο της ντυνόταν με τα καλύτερα υφάσματα που’φέρναν οι κιμπάρηδες αδελφοί της από την Ρωσία και δεν ήξερε ούτε μια ρίζα να φυτέψει, δω πέρα γίνηκε αγρότισσα.

- Κάτσε Σοφούλα δω χάμου στην σκιά να πάω μέχρι κει πάνω. Βλέπεις; Θα γυρίσω γρήγορα, παίξε συ.

Έπαιζε η Σοφούλα κάτω απ΄την παχιά σκιά της Χαρουπιάς. Μυρμηγκάκια, ζουζουνάκια έπαιζαν στις μικρές χούφτες της.... νά’τη η μάνα, κατεβαίνει τον λόφο ζαλωμένη τσαλιά για τη φωτιά, μα...όχου μάνα μου, όχου μανούλα μου... δάκρυα σκέπασαν το προσωπάκι της, αναφιλητά τάραξαν το κορμάκι της. Για πότε σηκώθηκε η μάνα από χάμου ματωμένη
στα γόνατα, για πότε έφτασε στο παιδί, όχι Σοφούλα μου, να, καλά είμαι. Δε με βλέπεις; Να! Στο ένα χέρι το παιδί, με το άλλο να μαζέψει τα τσαλιά, για την φωτιά.

Μές΄την κουζίνα, στο μεγάλο τούρκικο τζάκι, θα’νάψει η φωτιά για το φαί. Θα’φερνε και ο Γιάννης το σφαχτό με τ’αδέλφια του. Τό σφαξαν πιο πέρα το γουρούνι, να μην ακούνε τα παιδιά. Περίεργο το κλάμα του γουρουνιού, μακρύ και συρτό, τσιριχτό σαν κλάμα νεογνού. Να σου τρυπά τα’φτιά και την καρδιά. Κι ο Γιάννης ούτε μυρμήγκι δε πάταγε, θα’σφαζε κοτζάμ΄ζωντανό;
Μέχρι να γίνει το χαβίτσι έρθαν. ‘Ετοιμο το σφαχτό για κρέμασμα. Επρεπε να μείνει, να στραγγίσει. Ο καβουρμάς δεν είναι εύκολη υπόθεση, θέλει χρόνο και ζόρι. Το φέραν στην κουζίνα και μ’ένα τσιγκέλ το κρεμάσαν από το ταβάνι στη μέση του δωματίου και ένα
μεγάλο σινί από κάτω για τα ζουμιά.
Παράθυρα δεν υπήρχαν, ούτε δεύτερη πόρτα. Τούτο το δώμα ήταν στο μέσο του σπιτιού, ανήλιο, σκοτεινό. Ότι έπρεπε για τούτη την δουλειά, μακριά από φως και ζωντανά. Βγήκαν όλοι και κλείσαν πίσω τους την πόρτα, μέχρι το άλλο πρωί. Ήσυχο ήταν το βράδυ και ο ύπνος βαθύς. Πήρε να ξημερώνει. Πρώτη η Βασώ όπως πάντα να σηκωθεί, να ετοιμάσει για όλους! Νίβεται, ετοιμάζεται. Κάνει να μπει στην κουζίνα, να βάλει φωτιά. Η πόρτα,
ορθάνοιχτη! Κύριε ελέησον ! που βρέθηκαν τούτα; Εξι γάτες ένα γύρω από το σινί, κάτω από το σφαχτό. Ακούνητες η μια καρφωμένη το βλέμμα της στην άλλη!
- Ξου βρε, ξου !
Έρθαν και οι άλλοι, απόρησαν, μα για μια στιγμή μονάχα.
- Δεν μπορεί νύφη λάθος έκαμες. Αφήκατε ανοιχτή την πόρτα και μπήκαν μέσα. Τα
τράβηξε το αίμα.
- Ντο με λες τώρα; Σύ δεν έκλεισες την πόρτα; Μαζί δεν βγήκαμε έξω;
- Σηκώθηκε κανείς το βράδυ;
- Οχι Γιάννη μου
- Οχι Παναγιώτη
- Οχι πατέρα
- Ε, καλά, δεν θα κλείσαμε καλά την πόρτα. Δεν γίνονται τέτοια πράγματα.

Τέτοια πράγματα πολλά γινόντουσαν, έτσι τουλάχιστον λέγαν πολλοί γειτόνοι. Για τα σπίτια τούτα, τα παλιά. Φονικά λέγαν γίνανε πολλά. Μάλιστα στο σπίτι του Πάντσου βρέθηκε κουφάρι, είπαν ανθρώπινο. Πολλοί σκοτώθηκαν και θάφτηκαν μέσα στα ντουβάρια για να μη βρεθούν τα πτώματα τους. Και τα πνεύματα των αδικημένων λέγαν τριγυρνούσαν
εκεί, εγκλωβισμένα,ζητώντας το δίκιο τους!
- Τς τς τς, χαϊβάνια ντιπ για ντιπ

- Να μάνα, να, εκεί. Εκεί, μέσα στην τρύπα, δίπλα στη σκάλα. Εκεί ήταν μάνα. Ενας άντρας με μεγάλο μουστάκι και ψηλό καπέλο. Στους ώμους είχε χρυσά και στο χέρι του μια κούκλα. Ίσια στα μάτια με κοιτούσε, καρφωτά, σαν να μου’λεγε, έλα, έλα. Είδα μάνα και σηκώθηκα. Πήγα σιμά μα δεν την έβλεπα πια και ο άντρας πάει, χάθηκε, έτσι!
Άπλωσα το χέρι μου, μέσα στην τρύπα, φοβόμουν λίγο, μα κάτι με τράβαγε μάνα. Το άπλωσα σιγά σιγά μέσα στη τρύπα να βρω την κούκλα. Τι όμορφη που ήταν, άσπρη σαν το γάλα, με μαύρα μακριά μαλλιά και πλουμιστό σαλβάρι. Μα κάτι ακούμπησε το δικό μου, στο μπράτσο, σαν χέρι, πάγωσα κι αμέσως το τράβηξα πίσω και τότε σε είδα να
κατεβαίνεις την σκάλα.
Έγειρε η Βασώ στο χάλασμα, κοίταξε καλά καλά μέσα στην τρύπα μα δεν είδε κάτι.
-Μη φοβάσαι Σοφούλα, ιδέα σου ήταν.


Πήρε την μικρή μέσα, μα το μυαλό της ήταν σκοτισμένο. Τιν’τούτα; Περίεργα πράγματα συμβαίνουν δω χάμω. Πέντε μέρες τώρα, το ίδιο. Κλείνουν την πόρτα το βράδυ, ανοιχτή την βρίσκουν το πρωί με τα γατιά ολούθε. Ακούνητα, σα μαγεμένα.
Ημαρτον Κύριε!

Σήμερα όλα θα ξεκαθάριζαν. Ε, μα! Ο θείος ο Παναγιώτης έτσι είπε, θα κλειδώσει ο ίδιος την πόρτα και το κλειδί θα το βάλει κάτω από το μαξιλάρι του. Ετσι είπε, και κάτι για κουκούτσ’ μυαλό.
Πρώτα και οι τέσσερις οι μεγάλοι, έψαξαν καλά καλά όπως κάθε μέρα και τις πέντε, τοίχο τοίχο, πέτρα πέτρα. Ούτε μια τρυπούλα, ούτε μια χαραματιά. Βγήκαν όλοι, τελευταίος ο θείος Παναγιώτης, έκλεισε πίσω του, κλείδωσε και πήγαν για ύπνο. Το κλειδί κάτω από το προσκέφαλο του. Ύπνος γλυκός σκέπασε το σπίτι, χωρίς όνειρα, μα το ροχαλητό του
διέκοψαν κλάματα.
- Τι; το μωρό του Γιάννη! Κλαίει. Μια σταλιά μωρό τι θόρυβο κάνει. Τι τό’πιασε άγρια μεσάνυχτα, αυτό ποτέ δεν κλαίει έτσι.
Ησυχία. Απότομη σιωπή. Μέχρι να σηκωθεί η Βασώ το μωρό σιώπησε. Έτσι ξαφνικά, όπως ξαφνικά έκλαψε. Μα τα ματάκια του έμεινα ανοιχτά, ορθάνοιχτα, να κοιτούν, κάπου.....
Ένα αεράκι δροσερό, ίσα παγωμένο, πέρασε απ’την ράχη της. Γυρνά προς την πόρτα. Την ανοίγει σιγά, αθόρυβα. Απέναντι της το δώμα με το τζάκι και η πόρτα ανοιχτή πέρα ως πέρα. Πάλι.
- Γιάννη! Παναγιώτη! Γιάννη, Γιάννη!

Τρέξαν ανάστατοι όλοι, μικροί, μεγάλοι.

- Κοιτάξτε! Κάτι έγινε δω, κάτι είδε το μωρό και τρόμαξε. Κάτι υπάρχει!
Ένα γύρω τα γατιά κάτω από το σφαχτό. Στο ίδιο μέρος, ακούνητα, ασάλευτα! Έχασκε ο στόμας ολονών, σαν μύγα τσίμπησε τον θείο, έτρεξε στο κρεβάτι του, σήκωσε το μαξιλάρι και, ναι. Το κλειδί ήταν εκεί.

Σαν ξημέρωσε έφεραν τον παπά. Ευλόγησε, θυμιάτισε.
Από τότε καμιά πόρτα δεν ξανάνοιξε, τα ζωντανά έλειψαν απρόσκλητα, η Σοφούλα δεν ξανάδε τον άντρα με την κούκλα μέσα στο χάλασμα. Ησύχασαν! Και μαζί, ησύχασε και το μωρό της Βασώς. Δεν ξανακούστηκε το κλάμα του. Ποτέ. Μήτε η λαλιά του. Ποτέ. Μέχρι τα δώδεκα της η μικρούλα Ευγνωσία έλεγε δυο λέξεις μοναχά. Μαμά. Μπαμπά. Και ήταν
πάντα ήσυχο και μαζεμένο, πάντα δίπλα στο φουστάνι της μάνας, ώσπου κοιμήθηκε. Στα δώδεκα της. Για πάντα.-

.........................................................

Αγαπημένο μου ημερολόγιο,

η ιστορία τούτη δεν είναι παραμύθι μα είναι αληθινή πέρα ως πέρα. Αφορά την οικογένεια μου και την γιαγιά μου τη Βασώ. Μια υπέροχη γιαγιά, ψηλή σαν κυπαρίσσι, με μαύρη μαντίλα, χαμογελαστά πελώρια μάτια, μόνιμο χαμόγελο στο στόμα και πειραχτικά παρατσάγκαλα εν ώρα καφεποσίας. Ποτέ δεν μου την διηγήθηκε τουτη την ιστορία, όπως τίποτα άλλο δυσάρεστο. Τις είχε κουκουλώσει καλά τούτες τις θύμησες. Τις πέταγε μια μια στη μαύρη θάλασσα μαζί με κάθε αδικοχαμένο πρόσφυγα.

Τούτα τα γεγονότα, σκόρπια λόγια δω και κει, μαζεμένα και φυλαγμένα στο σεντούκι του μυαλού μου, τα έβγαλα, τα "ξεσκόνισα" και τα ταίριαξα μεταξύ τους -όσο καλύτερα μπορούσα - σε ένα μικρό διήγημα. Παρακαταθήκη στα δικά μου παιδιά, και τα παιδιά των παιδιών μου. Να διαβάζουν, να μαθαίνουν και να μένουν πιστοί στις ρίζες και τις μνήμες.

Λένε πως, η ψυχή δεν πεθαίνει, θάνατος δεν υπάρχει, γιατί ζούμε μέσα απο τις μνήμες των απογόνων μας. ΄Οταν τούτη η θύμηση σβηστεί και η αλυσίδα σπάσει, αυτός είναι ο θάνατος....
 Posted by Picasa

4 comments:

Bad Wolf said...

Bravissima!

To exw ksanapei vevaia: perimenoume kai alla keimena sou!

Mouts!

John boy said...

Καλό μου...για σένα ερίζουν πάνω από 7 περιοχές, ποιά τελικά θα σε κερδίσει;

emotional_anaemia said...

Πεφταστέρι, μήπως το ημερολόγιό σου είναι ένας τρόπος να μάθουμε κι άλλα για τον Πόντο?
Μήπως να μας έγραφες και καμμιά από τις πάππου προς πάππον συνταγές που έχεις στο σεντούκι από τα Σούρμενα?
Για σκέψου το.

peftasteri said...

κάθε που γεύομαι, θυμάμαι
κάθε που θυμάμαι, γεύομαι και οσφραίνομαι..

..ώρα ν'ανοίξει το σεντούκι