
Κάποιος είπε πως το κάθε αστεράκι στον απέραντο ουρανό είναι η ψυχή ενός μικρού αγγέλου. Κάθε πεφταστέρι ένας φύλακας άγγελος που σπεύδει να μας φωλιάσει στα λευκά του φτερά και να μας τυλίξει με την θεϊκή του αύρα.
Translate
Friday, June 15, 2007
Thursday, May 31, 2007
να με θυμάσαι καπετάνιε....
Monday, May 28, 2007
Friday, February 09, 2007
Για μιας γυναίκας τ'αδικο, μπάρκαρα σε γκαζάδικο....
....... από τον κόσμο χάθηκα και μ'έπνιξε η θάλασσα.Αν ήμουν ερημίτης η κοσμική απουσία μου θα ήταν φυσική. Αν ήμουν κατσαρίδα, θα ήταν αφύσικη. Αλλά δεν είμαι. Αλήθεια!
Είμαι απλά μια new age «Μαίρη Παναγιωταρά», που ναι μεν μαγειρεύει μόνο τα Σαββατοκύριακα, αλλά όλες τις υπόλοιπες στιγμές «πνίγεται». Καμμιά φορά και σε μια κουταλιά νερό. Εργάζεται (δόξα τω Θεώ) πολλέεεεες ώρες, και γενικά έχει τιγκάρει ο σκληρός της, το back up της, δισκέτες, ζιπάκια και usb σε σημείο που ξεχνά τα αυτονόητα, κάνει reset και εγκατάσταση ξανά μανά. Αλτσχάιμερ δεν παίζει. Τσεκαρισμένο.
Πέρσι «κατέβασα ρολά» λόγω δυσάρεστων καταστάσεων. Όμως Θεού θέλοντος γύρισα σελίδα, πληρώνοντας βέβαια αδρά για αυτό με καμμιά 30αριά κάτασπρες πλέον τρίχες της κεφαλής μου. Φέτος χάθηκα πάλι από τους φίλους μου λόγω ευτυχέστερων αιτιών. Ανακαινίζω και μετακομίζω, επιτέλους στο δικό μου σπίτι, υδραυλικού, πλακά, ηλεκτρολόγου και λοιπών μαστόρων θέλοντος. Βοήθεια μας!
Σε όλους τους νέους στην ζωή μου φίλους, που δεν με γνωρίζετε ίσως τόσο καλά ώστε να μη με παρεξηγήσετε για την....αλαλία μου, να ξέρετε ότι μπορεί το τηλέφωνο σας να μην χτυπά τόσο συχνά όσο θα ήθελα, οι ματιές μας να διασταυρώνονται λιγότερο πια, αλλά δεν υπάρχει μέρα που να μην σας σκέφτομαι και πεθυμώ.
Και για να σας δωροδοκίσω, γλυκιές, ζαχαρωτές καρδιές σας στέλνω, με την υπόσχεση, πως όταν με το καλό θα ανοίξει η πόρτα του δικού μου πια σπιτιού, θα το «κάψουμε» βρε!
υ.σ. ο τίτλος σχετικός με την εξαφάνιση, άσχετος με το πρόσωπο.
Wednesday, January 24, 2007
Έχω σακούλα, πάμε για χόρτα;

Πίτα! Κεφάλαιο τεράστιο και ανεξάντλητο. Δεν θα το αναλύσουμε τώρα, ας το γευτούμε καλύτερα.
Κάθε τόπος και η πίτα του, κάθε σπίτι και η χλαού του. Όπου χλαού ο πλάστης και άμα δεν ξέρεις να τρώς, σίγουρα ξέρεις να τις τρως!
Πρώτα πρώτα διαλέγουμε καλό τυροπιτά, διότι σαν την σπιτική πιτούλα, καμμιά, αλλά εγώ καλή μου σε γραφείο εργάζομαι, δεν είμαι φούρναρης να σηκώνομαι αξημέρωτα για να ζυμώσω! Εκτός πια κι αν το γυρίσω σε τυροπιτού που λέγαμε και μάλιστα γκουρμέ!
Για τα οκνηρά καθημερινά μας πρωινά λοιπόν, χτυπάμε τυρόπιτα-σπανακόπιτα-μπουγάτσα κλπ από τον αγαπημένο μας τεχνίτη ή έστω το αγαπημένο μας cult τυροπιτάδικο. Για τις άλλες στιγμές όμως, αυτές που ξυπνάς όταν όλη η φύσις ησυχάζει αλλά εσύ αντί να αλλάζεις πλευρό στο ζεστό σου παπλωματάκι πετάγεσαι με σάλτο ολυμπιονίκη από το κρεβάτι, ανεξήγητα εκστατικός και χαμογελαστός και ζητάς πέτρες για να στίψεις....ε, άσε, τις στίβεις αύριο. Ντύσου καλύτερα, πάρε σακούλα και μαχαίρι και ξαμολήσου στα λιβάδια και τις ραχούλες να μαζέψεις χόρτα άγρια για την δικιά σου πίτα. Άντε, της μαμάς, ας είναι.
Μια οργάνωση όμως την χρειάζεσαι. Διότι πες ότι δίψασες, πείνασες, χάθηκες. Τι θα κάνεις τις ερημιές;
Μη ξεχάσω :
1. σακούλα – μαχαίρι (για το μάζεμα)
2. μπουκάλι νερό (για την δίψα)
3. ελαφρύ κολατσιό (για την πείνα)
4. μπουφανάκι (για την ψύχρα)
5. κινητό (για ασφάλεια)
6. καλή παρέα (για όλα τα παραπάνω)
Άμα τώρα είσαι γνώστης του αθλήματος πρόβλημα ουδέν. Άμα και όχι, λύση υπάρχει και για τους γιάπηδες και δες παρακάτω. Άμα πάλι πιστεύεις ότι τα παντός είδους χόρτα φυτρώνουν σε σακουλάκια στο σούπερ μάρκετ, αλλά ντε και καλά θες να διοχετεύσεις την ενέργεια σου, πάρ΄το αλλιώς και τρέχα να ξεβρομίσεις το αυτοκίνητο σου καλύτερα. Όταν τελειώσεις πλύνε και το δικό μου.
Καλύτερα βέβαια να πας παρέα με κάποιον που ξέρει γιατί καλές και οι τσουκνίδες, κάνουν ωραία πίτα και θρεπτικότατα κιντέατα, αλλά τα άλλα, τα μυτερά, γαϊδουράγκαθα είναι, θρεπτικά μόνο για τα ζα! Αν όμως η παρέα είναι της ίδιας συνομοταξίας ή απλά δεν θες να γίνεις ο μπελάς του λεπτού «αυτό τρώγεται»; «Αυτό;», «Αυτό;», τύπωσε το «εγχειρίδιο προς χορτομαζώχτρες» και πάρ’το μαζί σου για τυφλοσούρτη.
Lesson A – τούτη η γη που την πατούμε....
Τα άγρια χόρτα πρωτοεμφανίζονται γύρω στον Οκτώβρη με Νοέμβρη, σε γη που έχει χρόνια να καλλιεργηθεί.
Τούτα είναι οι άγριες ρόκες. Γεμάτη γεύση, πιπεράτη, ασύγκριτη με τις του S/M. Κάποτε τις έτρωγαν τα γαϊδούρια και τα κατσίκια μόνο, τώρα είναι γκουρμέ και τις χρυσοπληρώνεις στο Χ μουράτο ρεστωράν.Κι όμως είναι τόσο εύκολο να μαζέψεις τσάντες ολόκληρες σε μικρή απόσταση από το σπίτι σου, όπου κι αν είναι αυτό. Παραδοσιακά τρώγονται σκέτες με αλάτι.
Αρχές Γενάρη και εφόσον έχει βρέξει καλά, σκάνε μύτη οι ζοχοί, τα λάπατα, οι καυκαλήθρες, τα μυρώνια για πίτα, αλλά και οι λαψάνες, τα περδικοπατήματα, τα αλιβάρβαρα, τα αγριομάρουλα για βραστή σαλάτα αλλά και κοκκινιστό φαγάκι. Επίσης οι τρυφερές κορφές της τσουκνίδας προτιμώνται. Μη ξυνίζεις, μάζεψε μερικές, είναι ίσως το θρεπτικότερο χόρτο από όλα τα παραπάνω που ανέφερα.
Τελευταία στη σειρά τα ραδίκια παντός είδους, Μικρά, μεγάλα, πλατύφυλλα, χνουδάτα...γεμίζει ο τόπος και η κατσαρόλα μας.
Μεθοδολογία :
Πιο πρακτικό είναι να καθαρίσεις τα χόρτα την ώρα που τα συλλέγεις, παρά να τα χώσεις στη σακούλα με χώματα και ότι άλλο και να πρέπει μετά να τα καθαρίσεις ένα ένα στο σπίτι. Και ώρα πολύ θα κάνεις και το σπίτι χωράφι από τα χώματα θα γένει.
Για να κόψεις χόρτα φροντίζεις να μπήξεις καλά το μαχαίρι στη γη, και να κόψεις ψηλά από την ρίζα χωρίς να διαλυθούν ούτε τα φυλλαράκια του αλλά να μείνει και η ρίζα μέσα στη γη για να φυτρώσει και πάλι.
Lesson B - στο ταψί, στο ταψί....
Υλικά για το φύλλο
1 κιλό αλεύρι
2 ποτήρια νερό
1 κουταλάκι του γλυκού αλάτι
1 μικρό φλυτζανάκι του καφέ ξύδι
1 φλυτζανάκι του καφέ ελαιόλαδο
Υλικά για την γέμιση
- 1 κιλό τρυφερά άγρια χόρτα
- 1 μάτσο κρεμμυδάκια πράσινα (3-4 χοντρές ρίζες δηλαδή)
- μισό ματσάκι άνιθο (σαν μεζούρα παίρνουμε το μάτσο του S/M)
- ½ κιλό φέτα ή μισή φέτα-μισό ανθότυρο ή ότι άλλο άσπρο τυράκι μας αρέσει κατά προτίμιση κατσικίσιο
- 1 αυγό
- 1 κεσεδάκι γιαούρτι
- αλάτι – πιπέρι
Επί το έργον...
Πρώτα ετοιμάζεις το φύλλο.
Σε βαθειά λεκάνη βάζεις τα ¾ του αλευριού, κάνεις μια λακούβα και στη μέση ρίχνεις το νερό, το αλάτι και το ξύδι.
Ζυμώνεις να ενωθούν τα υλικά, αφαιρείς τα ζυμάρια από τα χέρια σου και ρίχνεις το λάδι αφού πρώτα λαδώσεις και τα χέρια σου. Με αυτόν τον τρόπο ζυμώνεις πολύ καλύτερα χωρίς να κολλά το ζυμάρι. Ζυμώνεις μέχρι να γίνει μια ζύμη εύπλαστη και αφράτη. Αν βγαίνει σφικτή ρίχνεις ελάχιστο κάθε φορά νερό. Αν κολλά στα χέρια προσθέτεις λίγο αλεύρι.
Χωρίζεις το ζυμάρι σε δύο μακριά μπαστούνια και το κάθε μπαστούνι το κόβεις με ένα μαχαίρι σε 12 ίσια κομμάτια.
Παίρνεις ένα ένα κομμάτι και το ανοίγεις με την βοήθεια αλευριού και την χλαού (πλάστη) σε μέγεθος πιάτου φρούτου (!). Το τοποθετείς σε λαδωμένο πιατάκι και βουτυρώνεις την επιφάνεια του. Συνεχίζεις με το επόμενο κομμάτι, το βάζεις πάνω από αυτό που έχεις στο πιατάκι και βουτυρώνεις την επιφάνεια του. Συνεχίζεις μέχρι να γίνει μια εξάδα. Συνολικά, φτιάχνεις 4 εξάδες. Κάθε εξάδα σκεπάζεται με πλαστική μεμβράνη και τοποθετείται στο ψυγείο να κρυώσει καλά.
Δε ξεχνώ...
Λαδώνεις την επιφάνεια του πιάτου για να μην κολλήσει το φύλλο αλλά, βουτυρώνεις την επιφάνεια κάθε φύλλου για να κολλήσουν μεταξύ τους. Μόνο την επιφάνεια του τελευταίου φύλλου κάθε 6άδας την λαδώνεις.
Άμε στη γέμιση τώρα....
Καθαρίζεις, πλένεις σχολαστικά (ιδανικά στην μια γούρνα του νεροχύτη, αφού την ταπώσεις πλένεις τα χόρτα τρία χέρια. Στο τελευταίο χέρι ρίχνεις και λίγο ξύδι για παν ενδεχόμενο. Να ξέρεις, το ξύδι σκοτώνει τα πάντα. Είναι κατά κάποιο τρόπο η χλωρίνη της τροφής μας) Ξεχωριστά πλένεις τα άγρια χόρτα από τα άλλα χορταρικά μας.
Στραγγίζεις και –είναι σημαντικό – ψιλοκόβεις. Αλλιώς σε κάθε δαγκωνιά θα τραβιέται το χόρτο σαν κλωστή.
Βάζεις όλα τις ψιλοκομμένες πρασινάδες σε μεγάλο βαθύ ταψί ή λεκάνη, ρίχνεις μπόλικο αλάτι και τα τρίβεις με τα χέρια σου καλά καλά. Τα αφήνεις λίγο να σταθούν και θα δεις έκπληκτος πόσο νερό θα βγάλουν.
Στραγγίζεις και στίβεις καλά από το νερό, και προσθέτεις και τα υπόλοιπα υλικά της γέμισης.
Επιστρέφεις στο ζυμάρι....
Λαδώνεις την επιφάνεια του τραπεζιού / πάγκου και ανοίγεις την πρώτη εξάδα λίγο μεγαλύτερο από το λαδωμένο μου ταψί . Το τοποθετείς σε αυτό και αφήνεις τις άκρες να εξέχουν. Συνεχίζεις με το δεύτερο και το βάζεις πάνω στο άλλο. Ρίχνεις και στρώνεις την γέμιση.
Ανοίγεις την τρίτη εξάδα τόσο μεγάλη όσο και το ταψί (όχι μεγαλύτερο) και τη τοποθετείς πάνω στη γέμιση. Το ίδιο και με την τέταρτη εξάδα. Γυρνάς το ζυμάρι που εξέχει προς τα πάνω και τυλίγω γύρω γύρω σε κοθόρι. Άντε σε στριφτάρι.
Χαρακώνεις καλά σε κομμάτια σερβιρίσματος, ραντίζεις με νεράκι και ψήνεις στους 180, σε προθερμασμένο φούρνο, στην θέση λίγο πιο κάτω από την μέση, πάνω κάτω για καμμιά ώρα. Μόλις ροδίσει καλά είναι έτοιμο.
Μήπως νά’στιβες κείνες τις πέτρες καλύτερα; (!)
Έλαβαν μέρος με την σειρά που εμφανίζονται, από πάνω αριστερά και με φόρα Ζ
1.Καυκαλήθρα αρωματική
2.Αλιβάρβαρο ή αλλέως καλακάρβουνο
3.Ζοχός βασιλικός
4.Λάπατα ξυνούτσικα για πίτα
5.Και οι κόκκινες ρίζες των λάπατων για ταυτοποίηση
6.Περδικοπατήματα
7.Ραδικιών φωλέα
8.Έταιρο ραδικάκι








Η φωτό της λαχταριστής πίτας είναι από το www.allatini.gr
Tuesday, January 16, 2007
Πάρε το άλλο μαχαίρι, κόβει καλύτερα...

- Άντε ρε Ντίνα! Ακόμα;
- Τώρα, τώρα, έρχομαι...αμάν και συ!
- Βάλτε ρε παιδιά παπούτσια. Και μπουφάν. Άντε!
- Σακούλα πήρες;
- Πήρα. Πάρε το άλλο μαχαίρι, κόβει καλύτερα.
- Αμάν ρε παιδιά! Παπούτσια είπαμε, τι κάνετε τώρα;
- Ξέρετε τι λέω; Η μέρα σήμερα είναι χαρά Θεού! Δεν παίρνουμε και το φαί μας μαζί να στρώσουμε κάτω από κανά πεύκο; Κλείνουμε και κανά βλέφαρο άμα τύχει.
- Η φασολάδα τρώγεται ζεστή, άμα την πάρουμε τώρα μαζί μας θα παγώσει.
- E, όταν είναι ώρα, ας κατέβει μια στιγμή ο Γιώργος να φέρει την κατσαρόλα!!!
Για το ότι αποφασίζουν για τον Γιώργο χωρίς τον Γιώργο έχει βάλει και ο Γιώργος το χεράκι του. Άνθρωπος που ποτέ δεν λέει όχι, δεν δύναται να ξαναμαναρωτηθεί. Ηθελέσ’τα και παθέσ’τα!
Η ίδια σχεδόν πάντα στιχομυθία επί σειρά 37 και βάλε ετών μεταξύ τόσο στενών συγγενών που ανέκαθεν είχα την αίσθηση πως μεγάλωσα με τρείς μαμάδες, τρεις μπαμπάδες, δέκα αδέλφια και ατέλειωτους θείους, θείες και ξαδέλφια. Τό’χει το σόι; τό’χει η ρίζα μας; Μπααα...η ρίζα μας τό’χει!
Έτσι, εν τω μέσω φωνών, αλαλαγμών, στρωσιδιών, σερβίτσιων, φρούτων, μπουκαλιών νερού, και ότι άλλων ξεκινά η εξόρμηση στην ύπαιθρο για χόρτα! Χόρτα Γεναριάτικα για πίτα χωριάτικη με φύλλο ανοιγμένο στο χέρι. Ζοχοί, λάπατα, καυκαλίθρες, τρυφερή διάφανη τσουκνίδα. Χόρτα για βραστή σαλάτα αλλά και κοκκινιστά στην κατσαρόλα. Λογιώ λογιώ ραδίκια, αγριομάρουλα, περδικοπατήματα, τρυφερές λαψάνες και αλιβάρβαρα.
Κυριακές και σχόλες για να είναι και οι άντρες μαζί. Άλλοι για το τιμόνι, άλλοι για την ψησταριά, άλλοι για την χαρά της εκδρομής.
Οι πρώτες εικόνες από μαυρόασπρες φωτό του’60 και από θολές παιδικές αναμνήσεις, παράταιρα κομμάτια ενός παζλ παιδικής ευτυχίας. Ο «Γιαπωνέζος» της οικογένειας, ερασιτέχνης φωτογράφος και μπαμπάς μου γρήγορα εξοπλίστηκε με το τελευταίο μοντέλο φωτογραφικής μηχανής και οι ατέλειωτες φωτό μας απέκτησαν χρώμα. Αρχικά το γιωταχί στις φωτό ήταν πράσινο βατραχί αγνώστου τύπου, μετά άλλαξε σε κόκκινο ford taurus, ήρθε και ένα seat λευκό, απέθαντο. Έσβησε για πάντα η μηχανή του στα τέλη του ’90. Ήρθε και μια «Μαρίνα», αγγλικό μοντέλο που ποτέ δεν μάθαμε την μάρκα της. Για μας ήταν η «Μαρίνα». Τέλος. Γιατί «Μαρίνα», μόνο ο Γιώργος ξέρει!
Μαλλιά φουσκωτά από τον αέρα, άλλα προσεκτικά σκεπασμένα με μεταξωτά μαντήλια, χοντρά ‘70ς παλτά (δεν την έχω συγχωρήσει την μάνα μου που χάρισε στα κρυφά το γρασιδί βιντάζ παλτό της. Τόσο αδύνατη ήταν τότε!), χοντροτάκουνα παπούτσια με τετράγωνη κοντή μύτη και τεράστια αγκράφα.
Ωραίες, νέες και περιποιημένες, μαζί και η ψηλή σαν κυπαρίσσι μαυροφορεμένη μας γιαγιά με την μαύρη μαντήλα μέσα στα λιβάδια, στις πλαγιές και στα ρεματάκια με μια σακούλα χόρτα στο ένα χέρι και ένα μαχαίρι στο άλλο.
Φωτό σε κάθε στιγμή ιστορικής σημασίας. Την στιγμή της ανεύρεσης ενός μέρους γεμάτου τεράστια και τρυφερά ραδίκια, την στιγμή που ο συγχωρεμένος μερακλής Βασίλης ψήνει μεζεκλίκια στην ψησταριά δίπλα στο βατραχί αμάξι για να κόβει τον αέρα. Την στιγμή που ο Γιώργος απολαμβάνει την ηρεμία της εξοχής στην αμερικάνικη κοντή σεζλόγκ, την στιγμή που ο ερασιτέχνης φωτογράφος απαθανατίζει κάθε παιχνίδι της πιτσιρικαρίας. Από το να ανακαλύπτουν λακούβες με λάσπες για να βουτήξουν τα παπούτσια τους μέχρι να χάνονται στα γύρω χωράφια και λοφάκια εξερευνώντας την τότε έρημη Βάρη. Και το γλυκό σούρουπο της επιστροφής έντονη εικόνα στα μάτια της μνήμης μας.
Οι δεκαετίες περνούν, κάποιοι φεύγουν αλλά είναι πάντα εδώ, κάποιοι άλλοι έρχονται. Τα τοπία αλλάζουν, οι μηχανές επίσης. Είναι πια μικρές και εύχρηστες, μπορείς να τηλεφωνήσεις κιόλας. Ο «φωτογράφος» κληροδοτώντας την ευθύνη και ευχαρίστηση της απαθανάτισης της ιστορικής οικογενειακής στιγμής στα μικρά και καθημερινά σε νεώτερο μέλος της οικογένειας, κράτησε για τον εαυτό του μια θέση σε κάθε φωτό. Είναι πάντα εκεί, σχεδόν φαίνεται.
Η εξοχή άλλαξε, τα παλτά γίνονται μπουφανάκια, τα χοντροτάκουνα μεταλλάσσονται σε αθλητικά μαλακά και άνετα για κάθε πορεία και εν δυνάμει αναρρίχηση. Τα χωράφια μπορεί να γίνουν και βουνά. Τα πρότερα νέα και ωραία πρόσωπα είναι πια γλυκά και γερασμένα, τα χέρια ζαρωμένα, κάποια από αυτά μοιραίως μαυροφορεμένα, φορούν γυαλιά για να ξεχωρίζουν τα χόρτα και τα πιτσιρίκια παίζουν τα ίδια ακριβώς παιχνίδια. Οι φωτό τους απεικονίζουν με την ίδια ακριβώς κλίση του σώματος, πιότερο χαμογελώντας αντί ξεκαρδιστικά γελώντας και την πάντα γεμάτη σακούλα με χόρτα στο ένα χέρι και το μαχαίρι στο άλλο.
Κυριακές και σχόλες πάντα αλλά μόνο με τον Γιώργο από την παλαιά αντροπαρέα, να κρατά το τιμόνι, να κανονίζει τα του πικνίκ, και να κρίνει αν η πίτα έγινε καλή ή πήρε από κάτω.
Monday, January 15, 2007
Ρίξε στο κορμί μου σπίρτο να πυρποληθώ....

Είμαι άρρωστη. Κομμάτια. Ένα σουρνάμενο, φλεγόμενο μαυροφορεμένο κορμί. Ασορτί με την διάθεση μου. Είμαι στο γραφείο! Εργάζομαι δίπλα σε άλλα έξι φλεγόμενα και σουρνάμενα συναδελφικά κορμιά, με θολά από τον πυρετό μάτια και δεκάδες μισοάδεια φλυτζάνια με καυτό τσάι, χαμομήλι, φασκόμηλο, καφέ, καλάθια απορριμμάτων τίγκα σε βρεγμένα αηδιαστικά χαρτομάντιλα.
Να είσαι «ζωντανός-νεκρός» και να εργάζεσαι. Δηλαδή, τι εργασία, τυπικά πράγματα. Το άθλιο κορμί σου βρίσκεται στον αρρωστιάρικο χώρο. Όλα τα υπόλοιπα προσπαθούν να αντέξουν μέχρι η ώρα να πάει 7. Και όλα αυτά γιατί; Για να μην γκρινιάξει το αφεντικό που "όλοι ξαφνικά δεν προσέξαμε και αρρωστήσαμε"!! Λες και ο στόχος μου τούτο το Σαββατοκύριακο ήταν να σέρνομαι από το κρεβάτι στον καμπινέ και τούμπαλιν. Και όλα αυτά μαζί με τα παιδιά που χρειάζονται και αυτά την φροντίδα τους. Μια χαρά τακτοποιήθηκαν τα τζιέρια μου. Σουβλάκια, πίτσες και χάμπουργκερ. Ένα τέλειο διήμερο με τσάνγκφουντ και παιχνίδι χωρίς παρατηρήσεις για φωνές και δωμάτια υπό κατεδάφιση, αφού εγώ βρισκόμουν κλινήρης με ζαβά όνειρα του τύπου τεράστια ζάρια να με κυνηγούν σε ένα καταμπλέ λιβάδι με λαμέ λουλούδια και κόκκινο ουρανό, επίδραση του σούπερ κατά τα άλλα αμερικάνικου σιροπιού, προσφορά αγάπης της ξενιτεμένης κουμπάρας μου. Καλή της ώρα.
- Στείλε μου μια ντουζίνα ακόμη. Φτάνουν δεν φτάνουν για κανά μήνα.
Τούτη την άθλια στιγμή, τα μάτια μου καίνε, τα χείλη μου ξερά, η μύτη μου συναγωνίζεται αυτή του κλόουν Πεταλουδίτσο, με γυρίζει η κοιλιά μου, τα αυτιά μου τρεμοπαίζουνε αλά Νταμπο το ελεφαντάκι σε κάθε φτάρνισμα. Είμαι πλέον ανήμπορη να εργαστώ άλλο. Που έχει ακουστεί να σου επιτρέπει ο προϊστάμενος (τα μαύρα του τα χάλια ΚΑΙ αυτός) να φύγεις και να μην το κάνεις γιατί θα δώσεις δικαιώματα για σχόλια και πιθανά εργασιακά προβλήματα. Και έτσι να κολλά ο ένας τον άλλον και να σέρνουμε όλοι μαζί τον χορό του depon-panadol-bisolvon και λοιπών γιατρικών. Δύσκολοι οι καιροί για πριγκίπισσες σκληρά εργαζόμενες και δη καριερίστες.
Μια εντριβή θα με σώσει. Με πετρέλαιο. Ρίχτε μου κι ένα σπίρτο. Αναμμένο.
Friday, December 22, 2006
Κεσκέκι με κοσάρα

Η γαλοπούλα, τα μελομακάρονα, οι κουραμπιέδες και τόσα άλλα εδέσματα σύγχρονα ήταν άγνωστα στον Πόντο. Αλλά και αρνί, αγελάδα, πρόβατο τα αγόραζαν, δεν είχαν για να σφάξουν. Μόνο κότες (κοσάρες) είχαν, και κότες έσφαζαν. Για το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι έκαναν σαρμάδες, ψωμί καλαμποκένιο, τυροκλωστή, μουχτερό (γουρούνι) παστωμένο με γουλία (παραπούλες) και μπόλικο ρακί.
Στρώνανε το γιορτινό τραπέζι κι έπαιρνε καθένας την θέση του. Έπαιρνε ο νοικοκύρης ένα ποτήρι ρακί κι έκανε προσευχή:
« εις το όνομα του Πατρός και του Υιού κι του Αγίου Πνεύματος» και εύχονταν σ’ όλη την οικογένεια «Καλοχρονία, υειάς κι ‘ ευλογίας, και του χρόνου»
Μετά το φαγητό άρχιζε το γλέντι με χορό και κεμεντζέ, και στο τσακίρ κέφι, αρχίζαν οι πιστολιές (μπαλωθιές κατά τους κρητικούς) από όλες τις γειτονιές και γινόταν «Ανάστα ο Κύριος»!
Oρίστε το πιο απλό και ταυτόχρονα γιορτινό χριστουγεννιάτικο φαγάκι..

Κεσκέκι με κοσάρα
- μια μεγάλη κότα αλανιάρα (2 κιλά περίπου)
- 2 φλιτζάνια αποφλοιωμένο σιτάρι ή κορκότο
- 5-6 γεμάτες κουταλιές σούπας φρέσκο αγελαδινό βουτυράκι
- αλατοπίπερο.
Καθαρίσουμε και αλατοπιπερώνουμε την αλανιάρα. Γεμίζουμε τον σορβά της (κοιλιά) με σιταράκι. Την βάζουμε σε νερό με ένα κρεμμύδι στο οποίο έχουμε καρφώσει 2 καρφάκια γαρύφαλλο και το υπόλοιπο σιταράκι γύρω της και συμπληρώνουμε τόσο νερό όσο να την σκεπάσει. Βράζουμε σε σιγανή φωτιά για 4-5 ώρες.
Στo στάδιο όπου η κότα έχει διαλυθεί, αφαιρούμε τα κόκαλα και τα γαρύφαλλα. Καίμε το βούτυρο (αγελαδινό πάντα) και το ρίχνουμε στο μείγμα.
Ανακατεύουμε συνέχεια με ξύλινη κουτάλα μέχρι το φαγητό μας να χυλώσει τόσο που με το σήκωμα της κουτάλας να τραβιέται σαν κλωστή.
Βγάζουμε το κεσκέκι και το σερβίρουμε στην υπέροχη γιορτινή και βαθειά πιατέλα
Το κεσκέκι φτιάχνεται με κάθε πτηνό με ευκολόβραστη σάρκα, το δε ιδανικό πλην της κότας είναι το περιστέρι!..
Το αποφλοιωμένο στάρι το λέμε καντουμά, στη θέση του μπορεί να μπει κορκότο, αποφλοιωμένο, πλυμένο και χοντραλεσμένο στάρι (αλλά όχι πλιγούρι)
Το κεσκέκι φτιαχνόταν εκτός από τα Χριστούγεννα και στο γαμήλιο γλέντι, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.
Αφιερωμένο εξαιρετικά στον Αθήναιο, αντίδωρο και προκαταβολή για το μελλούμενο «σεμινάριο»
Και σ’ όλους ,αγαπημένους και μη, φίλους και εχθρούς,

«Καλοχρονία, υείας κι ‘ ευλογίας, και του χρόνου»
Wednesday, December 20, 2006
‘ποψ’ άγεννεθε κι αύρεν εστάθεν

Έλεγε η μάνα μου, «δεν θα γίνεις μάνα και συ; τότε θα καταλάβεις»
Η αλήθεια είναι πως δεν μπορώ ακόμη να καταλάβω πως γινόταν να βγαίνουμε το πρωί για παιχνίδι κάτω στις αλάνες και στους γύρω δρόμους, να γυρνάμε αργά το μεσημέρι και να μην υπάρχει στο πρόσωπο της ίχνος ανησυχίας. Εκτός πια και μας παρακολουθούσε χωρίς να την υποπτευόμαστε.
Πως γινόταν να βγαίνουμε για τα κάλαντα στις γύρω γειτονιές και να μην τρέμει το φυλοκάρδι της. Κι αν έτρεμε δεν μας τό’δειχνε. Μόνο «πρόσεχε» μας έλεγε και μας σταύρωνε. Είπαμε, άλλες εποχές..
Μάνα πια και γω, τώρα καταλαβαίνω και φοβάμαι πιότερα. Πόσο θά’θελα να ξεπροβόδιζα και τα δικά μου παιδιά να πουν τα κάλαντα, να τα χαρούν, να δουν πέρα από τα δώρα συνώνυμο πια των Χριστουγέννων. Να ζήσουν έθιμα αιώνων. Άγρια η πόλη που εκτός από τον κάθε ένα κίνδυνο που παραμονεύει στην γωνία, έρχονται και οι κλειστές πόρτες των γειτόνων. ‘Αλλους κυριεύει φόβος, άλλους τσιγκουνιά, τσιγκουνιά πνευματική. Τούτη την ατμόσφαιρα μια παρέα καλαντιστών την σπάει και την φέρνει στα σωστά της. Μια παρέα μεσήλικων Ποντίων γλετζέδων που γυρνά όλους τους δρόμους της μικρής μας πόλης, αργά το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων και σταματά σε κάθε σπίτι Ποντίων. Όλες οι παλιές οικογένειες άλλωστε, γνωστές μεταξύ τους είναι. Όπως τα χρόνια τα παλιά. Μα δεν υπάρχει και σπίτι στις γειτονιές μας, ποντιακό ή μη που να μην ανοίξει πόρτα, να βγουν οι νοικοκύρηδες να καλαντίσουν μαζί. Εξάλλου οι στεντόριες περιπαιχτικές φωνές τους συνοδεία λύρας (κεμεντζέ) και τουλούμ’ ζουρνά (αγγείο) ακούγονται από εκατοντάδες μέτρα μακριά. Και δεν σταματά εκεί τούτη η χαρά, όχι. Σταματά αφού πουν όλα μα όλα τα κάλαντα.
Τα παλιά τα χρόνια, στον Πόντο, οι καλαντιστές (θυμιστάντ’) ότι χρήματα μάζευαν, τα έδιναν στην εκκλησιαστική επιτροπή που προορίζονταν για το σχολείο και τα δίδακτρα των φτωχών και ορφανών παιδιών. Οι σημερινοί δικοί μας θυμιστάντ’ δεν παίρνουν δεκάρα. Καλαντίζουν μόνο για το έθιμο, για την χαρά της γέννησης του Χριστού, για την συνέχιση του εθίμου αφού έτσι όπως πάν τα πράγματα στο τέλος θα ακούμε τα κάλαντα μόνο από πλατινιένο σιντί με ήχους τέκνο και την φωνή λαμπρού τραγουδιστή πίστας.
Κατά τους πρώτους Χριστιανικούς αιώνες η γέννηση του Χριστού εορταζόταν μαζί με τα Θεοφάνεια, εξού και το "Χριστούγεννα πρωτούγεννα
πρώτη γιορτή του χρόνου"
Τον Δ' αιώνα η εορτή χωρίστηκε και οι Πατέρες της Εκκλησίας λαμβάνοντας υπόψιν διάφορα ιστορικά γεγονότα σε σύγκριση με τα κείμενα των Ευαγγελίων καθόρισαν την 25η Δεκεμβρίου σαν ημέρα Γέννησης του Ιησού Χριστού.
Από κείνον περίπου τον καιρό και πριν το γνωστό μας «Καλήν εσπέραν άρχοντες» οι θυμιστάντ’ έψελναν τα παρακάτω παμπάλαια κάλαντα.
Ποψιζ’νή βραδί’, καλό βραδάκι,
‘ποψ’ άγεννεθε κι αύρεν εστάθεν
Τον εγέννησεν η Αϊ Παρθένος
Τον ανέστησεν η Αϊ Μαρία.
Τον επίασαν οι σκυλ’Εβραίοι,
σκυλ’Εβραίοι και μυρ’ Εβραίοι
Τον εκρέμασαν σην Καλαμιώνα,
Καλαμιώνα και σ’αίθρα τόπον
Αμ’αφέντα και μη κοιμάσαι
Κι αν κοιμάσαι, στα ξύπνα σ’ ‘κ’ είσαι.
Ξύπνα σ’ ‘κ’ είσαι σαν το γεράκι
Και ακόνησαν σαν το παιδάκι,
άψον το κερί κ’ έλα σην πόρτα,
έξω στέκουν τα παλληκάρα,
και θυμίζ’νε την αφεντιά σου
θέλουν μήλα και πορτοκάλια
Ομολογώ πως το σκυλ’Εβραίοι ακούγεται ρατσιστικό και ίσως είναι, αλλά είπαμε, άλλοι καιροί προληπτικοί και δυσειδαιμονικοί.
Αργότερα επικράτησαν τα γνωστά Ποντιακά κάλαντα,
Χριστός γεννέθεν, χαρά σον κόσμον
Χα καλή ώρα, καλή σ’ημέρα
Χα καλόν παιδί οψέ γεννέθεν
Τον εγέννησεν η Παναγία
Τον ενέστεσεν Αϊα-Παρθένος
Εκαβάλκεψεν χρυσόν πουλάρι
Κι εκατέβεν σο σταυροδρόμι
Έρπαξαν Ατόν οι σιήλ Εβραίοι
σιήλ Εβραίοι και μύρι Εβραίοι
Α σ’ακροντικά κι α’σην καρδίαν
αίμαν έσταξεν, χολή κι εφάνθεν.
Ούμπαν έσταξεν και μύρος έτον,
Μύρον έτον και μυρωδιά.
Εμυρσίστεν ατό ο κόσμος όλον,
Για μυρίστ’ ατό κι εσύ αφέντα
Έρθαν τη Χριστού τα παλικάρια
Και θημίζνε τον νοικοκύρην,
νοικοκύριν και βασιλέα
και στο τέλος απεύθυναν τις ευχές,
«Ο Θεός να πολυχρόνια τον νοικοκύρ του σπιτί»
«Αμήν!»
«Την νοικοκυρά»
«Αμήν!»
«τον πάππο»
«Αμήν!»
«την καλομάνα»
«Αμήν!»
τ’ αγούρια και τα κορίτσια»
«Αμήν!»
Και τραγουδούσαν,
«Θεία θεία άψον το κερί κι έλα σην πόρτα. Έξω στέκουν τα παλικάρια και θημζουν την αφεντιά σας. Υείας κι ευλογίας και του χρόνου»
Τότε η νοικοκυρά άνοιγε την πόρτα με το αναμμένο κερί στο χέρι και τους υποδεχόταν όλο χαρά.
Οι μεγάλοι όμως κατά ομάδες και με συνοδεία κεμεντζέ έψελναν το Καλήν εσπέραν Άρχοντες, αλλά με άλλον ρυθμό που δυστυχώς δεν μπορώ να αποδώσω από τούτο εδώ τον χώρο. Φανταστείτε μια καθαρά ποντιακή μελωδία και προφορά. Τούτα τα κάλαντα έψελναν οι παπούδες και γιαγιάδες μου και ακόμη ψέλνουν η μητέρα μου με την αδελφή της. Τα τέκνα απολαμβάνουμε καθότι τα γράμματα εύκολα, η προφορά όμως.....
Καλήν εσπέραν άρχοντες
κι ας είναι ορισμός σας
Χριστού την θείαν γέννησιν
να πω στο αρχοντικό σας.
Χριστός γεννάται σήμερον
εν Βηθλεέμ τη πόλει
οι ουρανοί αγάλλονται
χαίρει η φύσις όλη .
Εν το σπηλαίω τίκτεται
εν φάτνη των αλόγων
Ο Βασιλεύς των ουρανών
και ποιητής των όλων.
Πλήθος αγγέλων ψάλλουσι
το «Δόξα εν υψίστης»
και τούτο άξιον εστί,
η των ποιμένων πίστης.
Εκ της Περσίας έρχονται
τρεις μάγοι με τα δώρα
άστρο λαμπρό τους οδηγεί
δίχως να λείψει ώρα,
φθάσαντες εις Ιερουσαλήμ
με πόθον ερωτώσι
που εγεννήθη ο Χριστός
να παν’ να τον εβρώσι.
Δια Χριστόν ως ήκουσεν
ο Βασιλεύς Ηρώδης
αμέσως ταράχθηκε
κι έγινε θηριώδης.
Ότι πολύ φοβήθηκε
δια την Βασιλείαν
μην του την πάρει ο Χριστός
και χάσει την αξίαν.
Κράζει τους μαγους και ρωτά
που ο Χριστός γεννέθεν.
-εις Βηθλεέμ ηξεύρουμε
πως η γραφή διηγάται.
Τους είπε να υπάγωσι
και όπου τον εβρώσι.
να τον προσκυνήσωσι,
να παν να τον ειπώσι,
όπως υπάγει και αυτός
για να τον προσκυνήσει,
με δόλον ο μισόθεος
για να τον αφανίσει.
Τρέχουν οι μάγοι, τρέχουσι
και τον αστέρα βλέπουν
πως θεϊκός κατέβαινε
και με χαρά προστρέχουν.
Στη Βηθλεέμ επρόφθασαν
βρίσκουν την Θεοτόκο
κ’εκράτα στας αγκάλας της
τον Άγιο της τον τόκο.
Γονατιστοί, την χαιρετούν
και δώρα την χαρίζουν
σμύρνα, χρυσόν και λίβανον.
Θεόν τον ευφημίζουν
Την σμύρναν μεν ως άνθρωπο,
χρυσόν ως Βασιλέα.
Αφού τον προσκυνήσανε
κι ευθύς πάλι γυρίσουν
και τον Ηρώδη μελετούν
να πάνε να τον έβρουν.
Πλην άγγελος εξ ουρανού
Βγαίνει τους εμποδίζει ,
άλλη οδό να πορεύουν,
αυτός τους διορίζει.
Και πάλι άλλος άγγελος
τον Ιωσήφ προστάζει
εις Αίγυπτο να πορευθούν,
εκεί να ησυχάζει.
Να πάρει και την Μαριάμ
ομού με τον υιό της
γιατ’ ο Ηρώδης του ζητεί
τον τόκο τον δικό της.
Μη βλέποντας ο Βασιλέας
τους μάγους να γυρίζουν
στη Βηθλεέμ διέταξε
παιδιά να μην αφήσουν.
Όσα παιδιά ν’έβρωσι
δύο χρονώ και κάτω
όλα να τα περάσωσι
ευθύς απ’τα σπαθιά των
Χιλιάδες δεκατέσσερα
σφάζουνε μίαν μέρα
κλαυθμό, θρήνο κι οδυρμό
είχε κάθε μητέρα,
και επληρώθη το ρηθέν
Προφητού Ησαίου,
μετά των άλλων προφητών
και του Ιερεμίου.
Ιδού και που σας είπομεν
όλην την υμνωδία
του Ιησού μας του Χριστού
γέννησιν την Αγίαν.
Και σας καληνυχτίζουμε,
πέσατε κοιμηθείτε
ολίγον ύπνο πάρετε
κ’ευθύς να σηκωθείτε
εβάλλετε τα ρούχα σας
έμορφα ντυθείτε
στην εκκλησία τρέξατε
με προθυμία μπείτε
ν’ ακούσειτε μ’ευλάβγεια
την θείαν λειτουργίαν
κι ευθύς άμα γυρίζετε
εις το αρχοντικό σας
ευθύς τραπέζι στρώσατε,
βάλτε το φαγητό σας.
και το σταυρό σας κάνετε,
γευθείτε, ευφρανθείτε
δώστε και κανενός φτωχού
όπου τα υστερείται
Και ο Χριστός μας πάντοτε
να είναι βοηθός σας
χρόνους πολλούς να ζήσετε
να είστ’ ευτυχισμένοι
Και στη συνέχεια,
«Άρχοντας, πολλάρχοντας, ο Θεός να πολυχρονίζ’ τον οικοκύριν του σπιτί’. Αμήν. Και την οικοδέσποινα...αμήν. Και τα τέκνα της...αμήν»
«Καλαμιώρα, Καλαμιώρα μ’
άψον το κερί σ’
κι έλα σην πόρτα σ’
εξ’ που στέκουν τα παλληκάρα
και θυμίζουν την αφεντιά σας
Ανά-αφέντα μ’ και μη κοιμάσαι
κι αν κοιμάσαι
στα ξύπνια σ’ εβρισκάσαι
Υιός και χαράς,
και τα παιδία
θέλουν μήλα και λεφτοκάρα»
Και εις έτη πολλά.....
Tuesday, December 19, 2006
Μικρα θαυματα της καθημερινοτητας μας

Χθες έχασα το πορτοφολάκι μου. Το λαβότ. Μου έπεσε μέσα στο ταξί πηγαίνοντας στην γιατρό με τον μικρό.
Είχα αφήσει μέσα 60 ευρώπουλα, δεν χρειαζόμουν παραπάνω. Ένοιωσα τόσο ηλίθια που μου έπεσε από τα χέρια χωρίς να το καταλάβω που νόμιζα ότι θα εκραγώ από την βλακεία μου.
Και καλά, η γιατρός δικός μας άνθρωπος, που όχι μόνο δεν την πλήρωσα αλλά με το ζόρι μου έδωσε και 10 ευρώ για να γυρίσω πίσω! Διότι πως θα ολοκληρωνόταν η απίστευτη εκείνη ημέρα αν δεν έμενε το κινητό από μπαταρία; Έχασα και το πορτοφολάκι, ορίστε, τρίτωσε που λένε οι προληπτικοί το κακό...
Επέστρεψα παρηγορώντας με πως τουλάχιστον δεν είχα αφήσει και τα άλλα χρήματα μέσα (ως συνήθως).
Κατά τις 12 το βράδυ, χτυπά το κινητό μου που φορτιζόταν επιτέλους. Νούμερο άγνωστο.
- Παρακαλώ
- Χαίρεται.
- Χαίρεται, ποιος είναι;
- Χάσατε κάτι;
-Το πορτοφόλι μου, απάντησα σαστισμένη. Ένα κόκκινο πορτοφολάκι. Είστε ο ταξιτζής;
- Ναι
- Είμαι η κυρία με το παιδάκι που κατέβηκα στο πλαζα
- Που μενετε; θα είμαι εκεί σε 3 λεπτά
Χρειάστηκα κανα 2λεπτό να κλείσω το ορθάνοιχτο στόμα μου, και έστειλα το στεφάνι μου να με παρακολουθεί από την τζαμαρία γιατί, ξέρω γω; Πολλά γίνονται..
Βγαίνω με την ομπρέλλα μέσα στην βροχή, και πάω προς το ταξί. Μόλις τον είδα τον ξαναθυμήθηκα. Μου είχε κάνει εντύπωση η φυσιογνωμία του. Φάτσα 'ζαράκια'! Ιδού πως τα φαινόμενα απατούν.
Μου δίνει το πορτοφόλι.
- Πως με βρήκατε; Δεν έχω μέσα κάτι συγκεκριμένο.
- Είμαι ντετέκτιβ, μου απαντά με χαμόγελο Τζοκόντας και συνεχίζει..
- Έχετε μέσα μια απόδειξη από καθαριστήριο όπου φαίνονται μόνο τα τρία πρώτα γράμματα ενός ονόματος
Και από ένα καρτελάκι με διάφορα ονόματα και τηλέφωνα το ταίριαξα και σας βρήκα (ένα καρτελάκι με τα ονόματα και τηλέφωνα των συναδέλφων που έχω για παν ενδεχόμενο)
Απίστευτο!
Αυτός ο άνθρωπος, βρήκε ένα πορτοφόλι ή ακόμη πιο απίστευτο (άν υπάρχει τέτοιος όρος) ένας επιβάτης που του το παρέδωσε και έκανε τόσο ψάξιμο για ένα πορτοφολάκι που είχε μέσα 60 ευρώ. Και όχι μόνο με βρήκε αλλά μου το έφερε και στην πόρτα μου!
Τελικά η μέρα μου τελείωσε αναπάντεχα όμορφα και σίγουρα αισιόδοξα για το ανθρώπινο είδος.
Είθε να αναγνωρίζουμε τα μικρά θαύματα της καθημερινότητας μας!
Friday, December 15, 2006
Μελένια Χριστούγεννα
Κι αφού οι δρόμοι, τα μπαλκόνια, οι γλάστρες και οι ταράτσες στολίστηκαν με πολύχρωμα λαμπιόνια σε πείσμα των ξέχυλων σκουπιδοντενεκέδων και βρωμερών πεζοδρομίων, κι αφού η τιμή της γαλοπούλας συναγωνίζεται τον δείκτη nikkei, τα μελομακάρονα και οι κουραμπιέδες φιγουράρουν στις βιτρίνες ζαχαροπλαστείων, φούρνων, Σ/Μ, ίσως και περιπτέρων (κάπου έπεσε το μάτι μου!), αφού έδωσα σκληρή μάχη με το μικρό χελωνονιτζάκι μου να μην κάνουμε την βεράντα μας τσίρκο Μεντράνο, συμβιβάστηκα με μια μικρή κούκλα Άη Βασίλη (Άγιε μου συχώρα την ανέδεια μας) σε φωτεινή σκάλα, πήρα τον 13ο μισθό μου αγκαλιά με την άδεια μου και με είδαν επιτέλους τα παιδιά μου και το σπίτι μου!Έστρωσα στο τέλος τέλος τα χαλάκια μου (μπας και μείνουν καθαρά μέχρι τα Χριστούγεννα), στολίσαμε το artistic χριστουγεννιάτικο δέντρο μας, και είπαμε να μην ντεμπελιάσουμε, αλλά να προσπαθήσουμε να χαρούμε τις γιορτές με όλο μας το είναι, δηλαδή απλά κι ανθρώπινα.
Χριστούγεννα λοιπόν χωρίς μελομακάρονα δεν γίνονται, αλλά όχι με αγοραστά σε τρέντι συσκευασία, έτσι για το έθιμο. Αλλά μελομακάρονα σπιτικά και μυρωδάτα. Μελομακάρονα παραδοσιακά αναντάμ παπαντάμ. Γιατί άμα δεν μυρίσει το σπιτικό σου κανέλα και γαρύφαλλο, δεν κουραστείς και ιδρώσεις για να προσφέρεις στους αγαπημένους σου αυτό που έφτιαξες με αγάπη (κι ας σου άρπαξε λίγο στον πάτο) πως θα δεις την γιαγιά σου ολοζώντανη με την μαύρη μαντήλα να πλάθετε την ζύμη και να κάνετε "σουτζούκια". Τι αναμνήσεις θα έχουν τα δικά σου παιδιά από τα παιδικά τους Χριστούγεννα; Το πρώτο τους playstation3 που πήραν για Χριστουγεννιάτικο δώρο στα εφτά τους χρόνια; Καλό κι αυτό αλλά συγκρίνεται με την γεύση και το άρωμα της γιορτής;
Η συνταγή που παραθέτω είναι για τα περίφημα Σμυρνέϊκα ισλί. Τα γεμιστά μελομακάρονα με καρύδι και μπαχαρικά. έστω και με αναπροσαρμογή. Και για την αισθητική παραθέτω το χειρόγραφο, κιτρινιασμένο και λερωμένο. Αληθινό δηλαδή!
Ισλί μελομακάρονα

Ας μελώσουμε τα Χριστούγεννα με μελομακάρονα και στην συνέχεια ας τα χιονίσουμε με κουραμπιέδες!
Thursday, December 14, 2006
Μια φορα και ενα.... μπαζαρ!

Επίλογος ενός θαύματος:
"Στην έσχατη κρίση δεν θα ρωτηθώ πόσες θρησκευτικές διαλέξεις παρακολούθησα, πόσες μετάνοιες έκανα κατά την διάρκεια των προσευχών μου, πόσο αυστηρά νήστεψα.
Μα θα ρωτηθώ: Έδωσα τροφή στους πεινασμένους, ρούχα στους γυμνούς, φρόντισα τους άρρωστους, επισκέφτηκα τους φυλακισμένους; Αυτά είναι όλα που θα ρωτηθώ. Ο δρόμος για τον Θεό βρίσκεται μέσα από την αγάπη για τους άλλους ανθρώπους και δεν υπάρχει κανένας άλλος δρόμος"
Saturday, November 04, 2006
Κρύο και κανέλλα

Φθινοπώριασε για τα καλά, σήμερα μάλιστα χειμώνιασε καλά καλά.
Η γη (έστω τα παρτέρια βρε αδελφέ) ποτισμένα από την βροχή, ο αέρας κρύος και καθαρός, τα φυλλώματα καλά πλυμένα αστράφτουν κάτω από τον ήλιο που'βγαλε τα δόντια του , ανάψανε τα τζάκια και τα καλοριφέρια κι ο αέρας μυρίζει ανάκατα σόμπα και ....Πάσχα ! Οι νερατζιές ξανάνθισαν και με αποσυντόνισαν, ξαφνικά ένοιωσα μια παράλογη κούραση . Λες και μπήκα σε μια μηχανή του χρόνου και "έτρεξα" πέντε μήνες μπροστά. Κι όλα αυτά μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα, εξαιτίας κάποιας νερατζιάς κι ενός τρελού νυχτολούλουδου που ξεγελάστηκε από την καλοκαιρία κι είπε να ξανανθίσει.
Τελικά όλα θέλουν τον χρόνο τους και την σειρά τους. Όπως και η γεύση. Ο κολιός τον Αύγουστο και η κανέλα τον χειμώνα. Ζεστή κανελομένη μηλόπιτα, κανελάδα, καφές καυτός πασπαλισμένος με κανελα, αρωματικό ρυζόγαλο....
Βάζω χοντρές μάλλινες κάλτσες, φουλάρω το τζάκι, κάθομαι οκλαδόν στην μεγάλη μαξιλάρα κι ανοίγω το πολύτιμο τεφτέρι της γιαγιάς Βασώς.
Κανελλομένο ρυζόγαλο με πορτοκάλι
1 λίτρο γάλα πλήρες
2 φλυτζανάκια του καφέ ρύζι γλασσέ
5 κουταλιές της σούπας ζάχαρη
1 κουταλιά του γλυκού νισεστέ
Βάζω το ρύζι (χωρίς να το πλύνω) σε ένα κατσαρολάκι με ένα δάκτυλο νερό.
Φουλάρω την φωτιά και όταν πάρει βράση (κανά 5λεπτο μετά) ρίχνω το γάλα.
Ανακατεύω, χαμηλώνω την φωτιά στο ενάμισυ και αφήνω να ψηθεί το ρυζάκι στο γάλα για κανα μισάωρο με τρία τέταρτα. Ανακατεύω τακτικά.
Ένα τέταρτο πριν το τέλος προσθέτω την ζάχαρη. Πριν αποσύρω από την φωτιά ρίχνω και τον νισεστέ διαλυμένο σε λίγο νεράκι.
Έτσι καυτό όπως είναι, γεμίζω μικρά πορσελάνινα χρωματιστά μπωλάκια -σιέλ και βεραμάν - κι αφήνω να κρυώσει το ρυζογαλάκι και να πήξει καλά. Πασπαλίζω με κανέλα και τριμμένη φλούδα πορτοκαλιού. Καμμιά φορά ρίχνω την τριμμένη φλούδα μέσα στο ρυζόγαλο μαζί με την ζάχαρη για νά'ναι η γεύση του πορτοκαλιού ακόμα πιο έντονη.
Παίρνω το βιβλίο μου στο ένα χέρι, το ρυζογαλάκι μου στο άλλο και στρώνομαι μπροστά στο αναμένο τζάκι με έναν αχνιστό καφέ στην καυτή του ποδιά.
Επιτέλους, μύρισε κρύο, κανέλλα και χειμώνας...
Thursday, November 02, 2006
καινούργιο ντεπιεδάκι
τα σχολεία -εν τέλει- άνοιξαν
τα καινούργια βιβλία ντύθηκαν με κολλαριστή ζελατίνα και από τις καινούργιες τους κατακόκκινες κασετίνες, δανείστηκα λίγα μολυβάκια για το νέο μου ντεπιεδάκι.
Σχέση με τ' αστέρια και τα πεφταστέρια ουδεμία. Αλλά σαν μαμά, αλλάζω με τα παιδιά μου και παλιμπαιδίζω (όσο με παίρνει). Εξάλλου το χαρτί και το μολύβι ταιριάζει στα γραπτά μου τα πολύπαθα.
Καλό χειμώνα πια και ......επιστρέφω οσονούπω !
Tuesday, July 11, 2006
ωραίος γάμος γένηκε σ'ολάνθιστο περ'βόλι

σε δροσερό ακρογιάλι,
την ώρα που ο ήλιος έδυε
κι έλουζε τα μαλλιά τους,
μιαν ευχή εκάμανε
νά΄ναι μαζί για πάντα,
νά'ναι ο Θεός τους βοηθός
να τους βλογεί για πάντα.
Ο ήλιος εβασίλεψε
εβγήκε το φεγγάρι,
μεμιάς αγκαλιαστήκανε
φωτίστηκαν ολούθε,
γλέντι μεγάλο αρχίνησε
κι ακόμα τραγουδούμε !
Monday, June 26, 2006
Monday, June 05, 2006
Σύκα αυγουστιάτικα
Καλοκαίριασε. Τέλεια. Ραντάκι, σορτσάκι, πεδιλάκι, καφεδάκι και μεζέ στην βεράντα επί καθημερινής βάσεως. Απογευματινές ποδηλατάδες στις γειτονιές, αρμύρα, ούζο, ηλιοβασίλεμα.Δεν με συγκινεί το καλοκαίρι για την ζέστη βέβαια, ούτε για τη θάλασσα τόσο, εγώ είμαι του βουνού παιδί, αλλά για τα φρούτα τα καλοκαιρινά. Κεράσια χάντρες, καρπούζια δροσερά, πεπόνια γλυκά, κορόμηλα ξυνούτσικα, ροδάκινα , γιαρμάδες, βερύκοκα βελούδινα, νεκταρίνια ζουμερά, σταφύλια μεστά και πάνω από όλα....σύκα. Σύκα μελένια. Μικρά, μεγάλα, πράσινα, μαύρα, βασιλικά και μη. Σύκα αυγουστιάτικα !
Ένα πανεράκι μαύρα γλυκύτατα σύκα, μαζεμένα από την δική μας συκιά εν Αιγίνης είναι το καλύτερο πρωινό. Είναι μελωμένα, μα πιο νόστιμα αν τα μαζέψεις μοναχός σου, με γυμνά χέρια και μπράτσα αψηφώντας το γαλακτώδες υγρό τους και τα σκληρά άγρια φύλλα τους. Γιατί η συκιά μας έχει μαύρα σύκα αλλά όχι βασιλικά. Είναι μικρά, γλυκά, στάζουν μέλι και το φύλλωμα της είναι άγριο και σκληρό σαν γυαλόχαρτο. Πολύ καλό αυτό, λέει η μαμά Κωνσταντινιά, γιατί την προστατεύουν από τις αρρώστιες.
Κάποτε, τα αυγουστιάτικα σύκα τα μάζευε μόνο ο πατέρας μου, ήταν μια από τις αγαπημένες του ασχολίες και το πιο αγαπημένο του φρούτο. Τα δέντρα τα είχε φυτέψει ο ίδιος, τα περιποιόταν ο ίδιος και εκείνος πάλι μάζευε τους πολύτιμους καρπούς κάθε πρωί για το πρωϊνό όλων μας, συνοδία ψωμιού, τυριού και καφέ.. Ότι περίσσευε γινόταν και ακόμη γίνεται ρετσέλι. Τώρα, η σκυτάλη είναι στα δικά μας χέρια και κάθε φορά που μαζεύω σύκα εκτός των άλλων θυμάμαι και πόσο προνοητικός και προσεκτικός άνθρωπος ήταν. Φορούσε πάντα ένα πουκάμισο με μακριά μανίκια και γάντια για να προστατέψει τα χέρια και τα μπράτσα από τον γαλακτώδη χυμό τωνφρούτων και το άγριο φύλλωμα. Δεν του μοιάζω...κάθε φορά όρμώ ανυπόμονα και με λαχτάρα να συλλέξω τους μελωμένους καρπούς και όπως είναι φυσικό κάθε φορά καταλήγω να τους απολαμβάνω με χέρια άσπρα από το τάλκ. Χαλάλι!!
Ο Αιγινήτικος τόπος φημίζεται όχι μόνο για τα κανάτια (που τα γνήσια δεν τα βρίσκεις πια) και τα φυστίκια αλλά και για τις πολλές πάμπολλες συκιές και φραγκοσυκιές. Μια από αυτές ζει και βασιλεύει σε μια γωνιά του κήπου μας. Την ποτίζουμε,την φροντίζουμε και όλο λέω να φτιάξω μια μαρμελάδα με τους καρπούς της και όλο λόγια είμαι.
Προς το παρόν, φτιάχνουμε ρετσέλι. Το σύκο, εμείς οι Πόντιοι το κάνουμε ρετσέλι. Δεν είναι γλυκό του κουταλιού μα κι ούτε μαρμελάδα. Είναι κάτι άλλο, κάτι μοναδικό. Για το γλυκό του κουταλιού χρειάζεσαι άγουρα συκαλάκια. Για την μαρμελάδα ώριμα και λειωμένα. Στο βασιλικό όμως «ποντιακό» ρετσέλι, τα σύκα τα θέλουμε ώριμα και ολόκληρα. Με το κοτσανάκι τους για να μην διαλυθούν.
Τρώγεται και σκέτο (σαν γλυκό κουταλιού), αλλά είναι "άπαιχτο" πάνω σε παχιά φέτα χωριάτικου ψωμιού με λίγο βουτυράκι. Την Σαρακοστή χωρίς βούτυρο είναι το καλύτερο πρωινό.
Ιδού και η παραδοσιακή συνταγή της μαμάς Κωνσταντινιάς. Είπαμε, της μαμάς της, της γιαγιά της και όλο προς τα βάθη των χρόνων.
Η απλότητα της γεύσης σε όλο της το μεγαλείο.....
Ρετσέλι
Υλικά
2 κιλά ώριμα σύκα ολόκληρα με το κοτσάνι τους πολύ καλά πλυμένα
1 κιλό ζάχαρη
2-3 ποτήρια νερό
Ετοιμασία
Σε μία μεγάλη κατσαρόλα βάζουμε το νερό με την ζάχαρη, να βράσει σε σιγανή φωτιά ώσπου να λειώσει η ζάχαρη και να γίνει σιρόπι.
Αφήνουμε το σιρόπι να πάρει 1-2 βράσεις και ρίχνουμε τα σύκα.
Τα αφήνουμε σε σιγανή φωτιά έως ότου μαραθούν.
Κάπου-κάπου ανακατεύουμε και ξαφρίζουμε εάν κάνει αφρό.
Χρειάζεται περίπου 1 - 1/2 ώρα γιατί το σύκο είναι ολόκληρο και βγάζει και αυτό το δικό του νεράκι.
Για να είμαστε σίγουροι ότι το σιρόπι έχει δέσει καλά, ρίχνουμε μία σταγόνα πάνω στο νύχι μας, εάν δεν απλώσει η σταγόνα το σιρόπι είναι έτοιμο.
Το αφήνουμε στην κατσαρόλα ώσπου να κρυώσει. (Εάν δηλαδή το φτιάξαμε το απόγευμα θα το αφήσουμε έως το πρωί.) και γεμίζουμε βάζα τα οποία έχουμε πλύνει και σκουπίσει πολύ καλά. Σκεπάζουμε τον λαιμό του βάζου με ένα κομμάτι αλουμινόχαρτο και κλείνουμε με το καπάκι ερμητικά.
Τα βάζα δεν χρειάζεται να είναι αποστειρωμένα εάν το σιρόπι είναι καλά δεμένο.Εναλλακτικά - καλού κακού - μπορούμε να τα διατηρήσουμε στο ψυγείο. Διατηρούνται για πάρα πολύ καιρό.
Καλή πετυχεσιά!
Wednesday, May 24, 2006
Τα καλύτερα κανάτια είναι τα Αιγινήτικα

Η Αίγινα φημίζεται για πολλά, κυρίως για το μοναστήρι του Αγίου Νεκταρίου, τα φιστίκια και.... τα κανάτια!
Για ‘μένα που δεν εργάζομαι στο νησί για να εξαρτώμαι οικονομικά από αυτό, με αναπαύει εγωϊστικά το να μην γνωρίζουν πολλοί τις χάρες της. Είναι όμορφη, δροσερή, ακόμα ξέγνοιαστη, πευκόφυτη από την μια, γεμάτη φιστικιές (ευτυχώς) ή μόνο πέτρες και βράχια από την άλλη. Με τα νεοκλασικά της στη χώρα, την μεσαιωνική πόλη, τα μοναστήρια της, τις υπέροχες θάλασσες της,
το φαλακρό ενεργό ηφαίστειο της, τα ψαροχώρια , τα καλά κρυμμένα μαγευτικά ορεινά χωριουδάκια, τα ξωκλήσια, την ιστορία της... Απολαμβάνω κάθε μέρος της , κάθε πεζούλα, κάθε αμμουδιά, μα και κάθε λιχουδιά της. Αποφεύγω τις προσωπικές αναμνήσεις και τρέχω στο παρόν χωρίζοντας το σε εποχές.
Καλοκαίρι...
δεν έχει να ζηλέψει τίποτα και από κανέναν. Αμμουδιά θες; Βράχια; Βαθιά μα καταπράσινα νερά; απόμερες ακρογιαλιές και μέρη για ψαροντούφεκο; Διαλέγεις και παίρνεις. Όλα είναι κοντά σου μα και όσο
πρέπει μακριά σου. Θες βουνό και θάλασσα; Να μένεις στο πευκόφυτο βουνό και να αγναντεύεις τον Σαρωνικό και το ηλιοβασίλεμα από την βεράντα σου; Τό’χεις! Θες ησυχία; Θες φασαρία; Όπου και αν έχω πάει καλοκαιρινές διακοπές, πάντα οι τελευταίες τουλάχιστον ημέρες είναι αφιερωμένες στην Αίγινα. Για να ολοκληρωθεί τέλεια ο κύκλος.
Με περιπάτους ελάχιστων χιλιομέτρων στα γύρω ξωκλήσια, να ανάψουμε κεράκι προσφορά σε όσους πάσχουν σωματικά και πνευματικά και σε όσους έχουν περισσότερη ανάγκη. Με την ευκαιρία μαζεύουμε και τα πεσμένα ξερά κουκουνάρια για το τζάκι του χειμώνα.
Με «εξερευνήσεις» στα ορεινά του νησιού και τις εγκαταλειμμένες αγροικίες, με πεζοπορίες στην κορφή των βουνιών μέσα από τις δασωμένες τους πλαγιές ή τις ξερές και κακοτράχαλες. Σουλατσάροντας στα δρομάκια της χώρας και ψωνίζοντας από τους ντόπιους παραγωγούς
φρέσκα προϊόντα μαζεμένα το ίδιο πρωί από τα μποστάνια τους αλλά και γερεμέζι, φρέσκο γάλα, θυμαρίσιο μέλι...
Πίνοντας καφεδάκι μα ακριβώς πάνω στην θάλασσα χαζεύοντας τη Μονή απέναντι από την Πέρδικα. Απολαμβάνοντας υπέροχες γεύσεις στο Ανίτσαιο, στους Άλωνες, ψηλά στη δασωμένη πλαγιά της Αγια Μαρίνας. Περιδιαβαίνοντας στα κυριολεκτικά στενά σοκάκια της μοναδικής Παχιάς Ράχης....
Το καλοκαίρι διακόπτεται σχεδόν πάντα απότομα , με μια μπόρα. Υπέροχα, ήρθε το φθινόπωρο! Με τα πρωτοβρόχια μια υπέροχη μυρωδιά αναδύεται από τη γη, την κιμιλένια. Αυτή τη γη
που το άλλοτε πολύτιμο χώμα της συντηρούσε τις μισές οικογένειες του νησιού. Κάθε σπίτι και ένας φούρνος, κάθε φούρνος και ένα εργαστήριο κανατιών. Αυτό το χώμα που τώρα είναι σαν «καταραμένο» γιατί τίποτα δεν μπορεί να καρποφορήσει πέρα από θυμάρια και κάππαρη. Τα πεύκα μοσχοβολούν καθώς η βροχή τα ξεπλένει, τα καθαρίζει και τα κάνει να μοιάζουν πιο πράσινα από ποτέ! Μια γλυκιά μελαγχολία σε κατακλύζει και είναι αυτή η πιο κατάλληλη στιγμή για να καθίσεις πίσω από το μισάνοιχτο τζάμι και να απολαύσεις ένα ζεστό καφέ χαζεύοντας την βροχή καθώς ο υγρός καιρός σε χτυπά στο πρόσωπο και σε «ξυπνά», σε αναζωογονεί. Η αντιθέτως να βυθιστείς περισσότερο και να χαλαρώσεις με ένα καλό ανάγνωσμα ή και με το γράψιμο ακόμα.
Καιρός να μαζέψουμε τα ξύλα για τον χειμώνα και να στρώσουμε τα κιλίμια. Εδώ, δεν χρειαζόμαστε πολύτιμα χαλιά, εδώ μπαινοβγαίνουμε με τα ξύλα για το τζάκι ανα χείρας. Εδώ απλώνουμε τις αρίδες μας μπροστά στο τζάκι και τρώμε απίστευτες ποσότητες φιστικιών. Εδώ ψήνουμε κρεμμύδια και μανιτάρια, πατάτες και ψωμάκι χωριάτικο. Δεν είναι αυτό το τζάκι για περσικά χαλιά, αλλά για απολαυστικά χειμωνιάτικα
πρωινά και χαλαρά μισοφωτισμένα βραδάκια. Για να φιλέψουμε φίλους και καμιά φορά να κοιμηθούμε στρωματσάδα με το λιγοστό φως από τα καρβουνιασμένα ξύλα να μας νανουρίζει.. Κρύο, υγρασία, υπερβολικά καθαρός αέρας, μα η εικόνα σχεδόν ίδια με του φθινοπώρου μόνο που τώρα δεν έχει αίσθηση μελαγχολική αλλά χουχουλιάρικη.
Μακρύς ο χειμώνας, ήσυχο το νησί από τους εποχιακούς παραθεριστές. Ότι πρέπει για ηρεμία και αυτοσυγκέντρωση, υπερβολική ίσως, αλλά Παρασκευή απόγευμα βρέξει-χιονίσει τα καράβια γεμάτα φτάνουν στο νησί. Να ανοίξουν τα σπίτια, να ιδωθούν οι γείτονες, να ηρεμίσουν από την
αγχωτική εβδομάδα. Να ανάψουν οι χωριάτικοι φούρνοι να ψήσουν χωριάτικο ψωμάκι και κυριακάτικο ψητό. Να ξεχυθούν στα χωράφια για άγρια χόρτα, ραδίκια, ρόκες, καυκαλήθρες, αγριομάρουλα και ζοχούς. Να πάνε Σαββάτο απόγευμα για ένα ζεστό καφέ και γαλακτομπούρεκο στη χώρα και το βράδυ όπου θέλει η παρέα.
Κυριακή πρωί για προσκύνημα και ευλογία στον Άγιο Νεκτάριο, στην Παναγιά Χρυσολεόντισσα, στον Άγιο Μηνά .. Μέχρι να ζεστάνει ο καιρός και σιγά σιγά να έρθει η άνοιξη.. . να μπουμπουκιάσουν τα δεντράκια, να πρασινίσει η γη, να βγουν τα πρώτα γεννήματα στα χωράφια... να ξεμυτίσουν τα σαλιγκάρια... να ευωδιάσει ο αέρας από τα πολλά αρώματα, να χορτάσουν τα μάτια από τα πολύχρωμα χωράφια, τους λουλουδιαστούς κήπους. Να φορέσουμε κοντομάνικο και καπέλο και να ανεβούμε στα εκκλησάκια, στην παλιά χώρα.
Να περιδιαβούμε στα στενά μονοπάτια, να μπούμε στα λίγα όρθια εκκλησάκια, να προσκυνήσουμε και να φανταστούμε τον μεσαίωνα και την τρομερή εποχή του Μπαρμπαρόσα. Όπου τρακόσες εξηνταπέντε εκκλησιές ήταν κάποτε στον μικρό λόφο. Λένε μάλιστα πως είχε και άλλα τόσα σπίτια, κάθε σπίτι είχε και το εκκλησάκι του, κάθε εκκλησάκι με τις πολεμίστρες ακόμη και μέσα στο ιερό, να ρίχνει μια ματιά την ώρα της Θείας λειτουργίας ο παπάς. Μα και με μικρές κρυψώνες για τα παιδιά και τα κειμήλια. Στα μέσα της ανηφοριάς, η επισκοπή όπου λειτούργησε ο Άγιος Διονύσιος. Κάτω από τα λίγα και μοναδικά δεντράκια του λόφου που σκιάζουν την επισκοπή, μπορούμε να δούμε με τα μάτια της φαντασίας μας τους πιστούς να κάθονται ένα γύρω από την εξώπορτα
της εκκλησιάς και να ακούν με προσοχή τον Άγιο καθισμένο στο μικρό βραχάκι που τους μιλά για τόσα και τόσα όμορφα πράγματα.
Γυρνώντας αριστερά το κεφάλι, κάτω χαμηλά το μοναστήρι του Άγιου Νεκτάριου και πιο πίσω η νέα μεγάλη εκκλησιά, όπου πολύ μελάνι έχει χυθεί και πολύ περισσότερη γκρίνια έχει ζαλίσει το μυαλό μας για το χτίσιμο της και τα έξοδα της. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία, ας την αφήσουμε για τους περίεργους και ας συνεχίσουμε την ανηφοριά στην κορυφή του λόφου με την εκκλησιά με τα δυο ιερά, τον Άγιο Δημήτριο και τον Άγιο Γεώργιο. Δεν χρειάζεται να αναφέρω την περίοδο των Χριστουγέννων ή του Πάσχα.
Δεν υπάρχει τόπος, μέρος και γωνιά που να μην ομορφαίνει και να ευωδιάζει, πόσο μάλλον η Αίγινα. Ένα νησί που είναι τόσο κοντά αλλά και όσο πρέπει μακριά, με τα δάση του, τα φιστίκια και κάππαρη του,
τα παντού φυτρωμένα θυμάρια, τους λίγους εναπομείναντες κεραμοποιούς, τα αμαξάκια με τα άλογα, την όμορφη χώρα με τα νεοκλασικά και τα ορεινά γραφικά χωριά , το μοναδικό , τα αρχαία της μνημεία –την Αφαία, τον ναό του Ελλάνιου Διός στη κορυφή του πιο ψηλού βουνιού, την κολόνα - τις φραγκοσυκιές, τις συκιές και το γερεμέζι που το φτιάχνουν τώρα πια ελάχιστοι.
Και για να μην σας αφήσω ορεξάτους, όσοι πιστοί στις παραδόσεις, στα αγνά προϊόντα και την προσωπική προσπάθεια, έψαξα, ρώτησα και έμαθα από μια γλυκύτατη μοναχή πως το φτιάχνουν αυτό το γερεμέζι.
Φροντίζουμε για φρέσκο κατσικίσιο γάλα που το πήζουμε λίγο το βραδάκι με δυο κουταλιές έτοιμο γερεμέζι για την ζύμωση ή στην χειρότερη με απλό πλήρες γιαουρτάκι, αυτό στο πήλινο με την πέτσα. Αν είναι καλοκαίρι ρίχνουμε λίγο αλατάκι να μην παραξινίσει. Το πρωί πια, αφού έχει μισοπήξει, το παίρνουμε και το βάζουμε σε ένα σφιχτό τουλπάνι ή πάνινη σακούλα. Το κλείνουμε και το κρεμάμε όξω σε κανά δέντρο. Τα ζουμιά τρέχουν, θα χάσει πολλά. Την άλλη μέρα προσθέτουμε τόσο γιαούρτι όσο να ξαναγεμίσει η σακούλα. Αυτό επαναλαμβάνεται μέχρι η σακούλα να μένει γεμάτη. Δεν χρειάζεται πολύ στον αέρα, 3-4 μέρες. Το προϊόν που θα πάρουμε τέλος θα είναι ένα μαλακό, κρεμώδες τυράκι, σαν την κοπανιστή ένα πράγμα αλλά κατάλευκο. Η γεύση του είναι υπόξινη στην αρχή και γλυκαίνει στο τέλος σαν γλυκιά μυζήθρα. Είναι ολόπαχο αλλά ανάλατο. Τέλειο πάνω σε μια φέτα φρέσκο ψωμάκι ή κριθαρένιο παξιμάδι. Κάποτε το διατηρούσαν σε πήλινο Αιγινήτικο κιούπι, τώρα στο ψυγείο αφού περιχύσουμε με ελαιόλαδο την επιφάνεια του, γιατί το γερεμέζι είναι ευαίσθητο. Όσο καλά διατηρείτο στο κιμιλένιο κιούπι άλλο τόσο χαλάει μέσα στο ψυγείο αν δεν το σκεπάζει προστατευτικά το λαδάκι.
Όπως αντιλαμβάνεστε την λατρεύω την Αίγινα και ας μην έχει αρκετό νερό και ας τρέχουμε κάθε λίγο και λιγάκι στην πηγή για ανεφοδιασμό....και ας μην είναι καν ο γενετήσιος τόπος μου.
Wednesday, May 17, 2006
19η Μαίου - Ημέρα μνήμης της γενοκτονίας του Ποντιακού Ελληνισμού
Με απόλυτο σεβασμό στα θύματα κάθε γενοκτονίας απανταχού της γης, επιτρέψτε μου λίγες γραμμές σαν φόρο τιμής στις ζωές που υπέφεραν, χάθηκαν, επέζησαν και μας μεγάλωσαν με αφηγήσεις, στερήσεις και απέραντη αγάπη!Έχουν περάσει κοντά 90 χρόνια από τότε που ο Ποντιακός Ελληνισμός ξεριζώθηκε από τα χώματα που γεννήθηκε και ξαναρίζωσε σε αυτά, τα μητρικά,τα Ελληνικά. Σε αυτά από όπου ξεκίνησαν οι πρόγονοι του, οι αρχαίοι Ίωνες , σαν άποικοι. Σε αυτά που γύρισαν οι απόγονοι του σαν πρόσφυγες.
Όλοι όσοι δηλαδή κατάφεραν να φτάσουν, ζωντανά υπολείμματα, σκιές των αλλοτινών εαυτών τους, γεμάτοι θλίψη, φόβο ολοζώντανο και απέραντο πόνο για τον χαμό της πατρίδας, της οικογένειας, των ίδιων τους των εαυτών. Άποροι, άπλυτοι, γεμάτοι αρρώστιες από τις κακουχίες, είχαν μια μόνο επιλογή, να μαζέψουν όσο κουράγιο τους απόμεινε και να ξαναφτιάξουν τις ζωές τους, Όχι τις δικές τους, αυτές πέθαναν εκεί, στην Ποντιακή γη και στην θάλασσα . Στην απέραντη βαθιά και άγρια θάλασσα.
Πέθαναν εκεί, μέσα στα αποκαΐδια των σπιτιών τους, στα τούρκικα χαρέμια όπου κατέληξαν οι πιο όμορφες από τις κόρες, όσες γλίτωσαν την ατίμωση και την θανάτωση τους.
Πέθαναν εκεί στα άγρια βουνά, μαζί με τους αντάρτες.
Πέθαναν εκεί, στις ατέλειωτες πορείες θανάτου, όπου γυμνοί, ξυπόλυτοι, χωρίς τροφή, χωρίς νερό, δερνόμενοι και υβριζόμενοι, όπου όσοι δεν δολοφονήθηκαν από τους δήμιους τους, πέθαναν κατά την πορεία από τα βασανιστήρια.
Εκεί όπου το ταξίδι προς τον θάνατο, ήταν ο ίδιος ο θάνατος!.

Συντρίμμια της ζωής, μάζεψαν τα κουράγια τους, για τα παιδιά τους που έζησαν, για τα παιδιά που θα γεννιόντουσαν. Περισσότεροι από 700.000 πρόσφυγες από την Μικρασία και τον Πόντο εγκαταστάθηκαν στην Μακεδονία, την Θράκη, τα νησιά του Αιγαίου, την Αθήνα. Με αγώνες μέσα από αντιξοότητες και εμπόδια, αλλά με πίστη στην Ελλάδα και το αύριο, ρίχτηκαν στην δουλειά, δούλεψαν την γη, την πότισαν με αίμα και ιδρώτα, ξαναέστησαν το σπιτικό τους για να πολεμήσουν και να θυσιαστούν και πάλι, στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο, την Γερμανική κατοχή, τον εμφύλιο.
Ο πόνος και ο φόβος για ότι έζησαν για ότι έχασαν, έγινε θύμηση ευλαβική, νοσταλγικό τραγούδι για το χτες και αγώνας για το αύριο. Καινούργια μορφή πήρε ο τόπος, σαν να μπήκε νέο αίμα στις φλέβες του. Κάτω από τον Ελληνικό ουρανό, στο ίδιο χώμα, ζώντας μαζί όλοι οι Έλληνες, Μακεδόνες, Θράκες, Πόντιοι, Μωραΐτες, Νησιώτες, Ρουμελιώτες, Σμυρνιοί, Πολίτες και άλλοι, έμοιασαν με τον καιρό τόσο πολύ μεταξύ τους, ώστε σήμερα πια δεν ξεχωρίζεις ούτε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, ούτε τις διαφορές τους. Για άλλη μια φορά οι Έλληνες, δείχνοντας το ενιαίο και αδιαίρετο χαρακτηριστικό τους, ξεπέρασαν την τραγωδία της πιο μεγάλης καταστροφής των τελευταίων χρόνων. Και είναι κρίμα σήμερα, αδέλφια μας Έλληνες, παλιννοστούντες Πόντιοι να αντιμετωπίζονται σαν παρείσακτοι και να τίθεται υπό αμφισβήτηση η Ελληνικότητα τους * με το να χαρακτηρίζονται ως Ρωσοπόντιοι ή Ρωσοέλληνες, αυτών όπου οι πρόγονοι τους γενοκτονήθηκαν ακριβώς για την ίδια ιδιότητα, την ελληνική εθνικότητα και την ορθόδοξη πίστη τους.
Η 19η Μαΐου ως ημέρα μνήμης, τιμά το κουράγιο των τρομαγμένων, κατατρεγμένων και ταλαιπωρημένων θυμάτων που μπόρεσαν να κλείσουν στις ψυχές τους τις αλησμόνητες πατρίδες και να τις αναστήσουν από την αρχή.
σημ.
Για τον Ποντιακό Ελληνισμό, την κουλτούρα, την ιστορία,την γενοκτονία μέσα από βιβλία, ντοκουμέντα, προσωπικές διηγήσεις, ομιλίες, σημειώνω τα παρακάτω:
1. H Μαύρη Βίβλος
2. Η γη του Πόντου (Δ.Ψαθάς)
3. Τοπάλ Οσμάν
4. Στατιστική των Σουρμένων (σπάνια έκδοση)
5. www.pontos.org
6. www.pontiaka.tk
7. www.efxinospontos.org
8.www.pontos-stuttgart.de
9. users.forthnet.gr/the/Fotiadis (προσωπική σελίδα του Καθηγητή ΑΠΘ Κώστα Φωτιάδη)
10. www.geocities/pontos1923/pages/
11. www.pontians.info/
12. www.hri.org/forum/diaspora/pontos
πλούσια συλλογή σχετικών βιβλίων θα βρείτε από τις εκδόσεις Κυριακίδη.
σχετικές φωτογραφίες εδώ
ακούτε radiopontos
η Ρωμανία κι αν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο
* διαβάστε σχετικά στο ιστορικό σημείωμα της ενότητας
Wednesday, April 26, 2006
τη Θωμά 'ς σα Σούρμενα
Για τους Σουρμενίτες (και γενικά τους Ποντίους) ο Απόστολος Θωμάς είναι ο προστάτης άγιος. Την ημέρα της μνήμης του το «γλεντάμε» παραδοσιακά (όσο γίνεται στην Ελλάδα του 21ου αιώνα) με κεμεντζέ, ταούλ’τουλούμ’, γαβάλ, κρασί, χαψία και χορό. Πολύ χορό. Χορό να τρέμει η γης.Του Θωμά, τελείται και το «ταφικό έθιμο».
Επιμνημόσυνη δέηση υπέρ αναπαύσεως των ψυχών και κεκοιμημένων προσφιλών προσώπων.
Στον Πόντο, το δημοφιλέστερο πανοϋρ γίνονταν στο Τσίτα των Σουρμένων. Στο χωριό της γιαγιάς Βασώς. Έρχονταν από τα γύρω χωριά τα οποία μπορεί να απείχαν χιλιόμετρα ολάκερα μεταξύ τους. Σε κείνο το πανοϋρ γίνοταν και τα λογοδοσήματα, τα ταιριάσματα.
Ουσιαστικά, κάνουμε Ανάσταση με τους νεκρούς μας! Γλέντι κανονικό με κόκκινα αυγά, τσουρέκια, μεζέδες, ρακί και λύρα και χορό.
Τα παλαιά τα χρόνια, όταν ακόμα ζούσε ο περίφημος λυράρης Μπαϊρακτάρης και οι πιο πολλοί πρόγονοι μας (μικρά παιδιά το ’22) εσείετο η γης, από την σέρα , το κότσαρι, το τικ.
Τούτα τα χρόνια, ο χορός αναβάλλεται για το απόγευμα, στην πλατεία που όλους τους καλούς χωράει. Με συγκροτήματα από άλλες πόλεις αλλά και εκτός Ελλάδος. Ακόμη, Κρήτες, Αρμένιοι, Βλάχοι, έρχονται να γλεντήσουμε όλοι μαζί, παρέα. Κατά χιλιάδες συρρέουν από παντού επισκέπτες Πόντιοι και μη για να γλεντήσουμε μαζί, ομόψυχα και ειλικρινά.
Το έθιμο συνεχίζεται χωρίς διακοπή από το 1928 και εύχομαι, πέρα από το «πανηγυριώτικο» που κολλά παντού σαν την μέλισσα στο μέλι, να διατηρηθεί η ουσία του όλα τα επόμενα χρόνια
Φέτος το πρόγραμμα έχει ως εξής:
Σήμερα Τετάρτη 26 Απριλίου 2006
9.00 μ.μ στο πολιτιστικό κέντρο της ένωσης Ποντίων Σουρμένων»
Ποντιακό Θέατρο
από την θεατρική ομάδα της Ένωσης Ποντίων νομού Μαγνησίας
με 3 μονόπρακτες κωμωδίες
« Η Ζουρνα»
«ο Γιάγκον, ο Κουντουρατζής»
« Ο εφοριακόν»
Αύριο Πέμπτη 27 Απριλίου 2006-04-26
9.00 μ.μ στο πολιτιστικό κέντρο της ένωσης Ποντίων Σουρμένων»
Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου
Ομιλητής: Κώστας Φωτιάδης
Καθηγητής Ιστορίας Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας
Παρασκευή 28 Απριλίου 2006
8.30 μ.μ στο πολιτιστικό κέντρο της ένωσης Ποντίων Σουρμένων»
Προβολή ταινίας
«Περιμένοντας τα σύννεφα»
Αφορά την γεγοκτονία απο το 1916 μέχρι το 1923
Αξίζει να σημειωθεί πως το έργο είναι παραγωγή γαλλικής εταιρείας και χρηματοδοτήθηκε από την ευρωπαϊκή ένωση και είναι αποτέλεσμα συνεργασίας των κέντρων κινηματογράφου Ελλάδος και Τουρκίας.
Σάββατο 29 Απριλίου
07.45 μ.μ Πλατεία Σουρμένων
Χοροί από τα συγκροτήματα:
- Ένωση Ποντίων Περάματος «Ο Πόντος»
- Σύλλογος Κρητών Ελληνικού «Ο Ψηλεορείτης»
- Ποντιακός Σύλλογος Καλαμαριάς, Θεσσαλονίκης
- Πολιτιστικός Σύλλογος Ποντοκώμης νομού Κοζάνης
Ακολουθεί Ποντιακό παραδοσιακό γλέντι με κεμτζέ, ταούλ΄τουλούμ’ κρασί και χαψία.....
Το πρόγραμμα παρουσιάζει ο Λάζος Τέρας
Κυριακή 30 Απριλίου
10.00 π.μ
Δοξολογία και Αρχιερατική Θεία Λειτουργία στον Ιερό Ναό Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Σουρμένων
Πομπή προς το κοιμητήριο Σουρμένων
11.00 π.μ.Ταφικό έθιμο
07.45 μ.μ Πλατεία Σουρμένων
Ποντιακοί χοροί από τα συγκροτήματα:
- Σύλλογος Ποντίων Πολυκάστρου & Περιχώρων «Οι Ακρίτες» Κιλκίς
- Καλλιτεχνική Στέγη Ποντίων Βορείου Ελλάδος
- Ένωση Ποντίων Σουρμένων (μη τους χάσετε!)
Ακολουθεί ακόμη ένα Ποντιακό παραδοσιακό γλέντι με κεμετζέ, ταούλ΄τουλούμ’ κρασί, χαψία και χορό έως το πρωί.....
Χριστός Ανέστη!
Χρόνια πολλά και καλά και όπως ευχήθηκε πολύ σωστά μια νέα μου φίλη,
«είθε οι φίλοι να μένουν πάντα φίλοι»


