Translate

Monday, June 05, 2006

Σύκα αυγουστιάτικα

Καλοκαίριασε. Τέλεια. Ραντάκι, σορτσάκι, πεδιλάκι, καφεδάκι και μεζέ στην βεράντα επί καθημερινής βάσεως. Απογευματινές ποδηλατάδες στις γειτονιές, αρμύρα, ούζο, ηλιοβασίλεμα.

Δεν με συγκινεί το καλοκαίρι για την ζέστη βέβαια, ούτε για τη θάλασσα τόσο, εγώ είμαι του βουνού παιδί, αλλά για τα φρούτα τα καλοκαιρινά. Κεράσια χάντρες, καρπούζια δροσερά, πεπόνια γλυκά, κορόμηλα ξυνούτσικα, ροδάκινα , γιαρμάδες, βερύκοκα βελούδινα, νεκταρίνια ζουμερά, σταφύλια μεστά και πάνω από όλα....σύκα. Σύκα μελένια. Μικρά, μεγάλα, πράσινα, μαύρα, βασιλικά και μη. Σύκα αυγουστιάτικα !

Ένα πανεράκι μαύρα γλυκύτατα σύκα, μαζεμένα από την δική μας συκιά εν Αιγίνης είναι το καλύτερο πρωινό. Είναι μελωμένα, μα πιο νόστιμα αν τα μαζέψεις μοναχός σου, με γυμνά χέρια και μπράτσα αψηφώντας το γαλακτώδες υγρό τους και τα σκληρά άγρια φύλλα τους. Γιατί η συκιά μας έχει μαύρα σύκα αλλά όχι βασιλικά. Είναι μικρά, γλυκά, στάζουν μέλι και το φύλλωμα της είναι άγριο και σκληρό σαν γυαλόχαρτο. Πολύ καλό αυτό, λέει η μαμά Κωνσταντινιά, γιατί την προστατεύουν από τις αρρώστιες.

Κάποτε, τα αυγουστιάτικα σύκα τα μάζευε μόνο ο πατέρας μου, ήταν μια από τις αγαπημένες του ασχολίες και το πιο αγαπημένο του φρούτο. Τα δέντρα τα είχε φυτέψει ο ίδιος, τα περιποιόταν ο ίδιος και εκείνος πάλι μάζευε τους πολύτιμους καρπούς κάθε πρωί για το πρωϊνό όλων μας, συνοδία ψωμιού, τυριού και καφέ.. Ότι περίσσευε γινόταν και ακόμη γίνεται ρετσέλι. Τώρα, η σκυτάλη είναι στα δικά μας χέρια και κάθε φορά που μαζεύω σύκα εκτός των άλλων θυμάμαι και πόσο προνοητικός και προσεκτικός άνθρωπος ήταν. Φορούσε πάντα ένα πουκάμισο με μακριά μανίκια και γάντια για να προστατέψει τα χέρια και τα μπράτσα από τον γαλακτώδη χυμό τωνφρούτων και το άγριο φύλλωμα. Δεν του μοιάζω...κάθε φορά όρμώ ανυπόμονα και με λαχτάρα να συλλέξω τους μελωμένους καρπούς και όπως είναι φυσικό κάθε φορά καταλήγω να τους απολαμβάνω με χέρια άσπρα από το τάλκ. Χαλάλι!!

Ο Αιγινήτικος τόπος φημίζεται όχι μόνο για τα κανάτια (που τα γνήσια δεν τα βρίσκεις πια) και τα φυστίκια αλλά και για τις πολλές πάμπολλες συκιές και φραγκοσυκιές. Μια από αυτές ζει και βασιλεύει σε μια γωνιά του κήπου μας. Την ποτίζουμε,την φροντίζουμε και όλο λέω να φτιάξω μια μαρμελάδα με τους καρπούς της και όλο λόγια είμαι.

Προς το παρόν, φτιάχνουμε ρετσέλι. Το σύκο, εμείς οι Πόντιοι το κάνουμε ρετσέλι. Δεν είναι γλυκό του κουταλιού μα κι ούτε μαρμελάδα. Είναι κάτι άλλο, κάτι μοναδικό. Για το γλυκό του κουταλιού χρειάζεσαι άγουρα συκαλάκια. Για την μαρμελάδα ώριμα και λειωμένα. Στο βασιλικό όμως «ποντιακό» ρετσέλι, τα σύκα τα θέλουμε ώριμα και ολόκληρα. Με το κοτσανάκι τους για να μην διαλυθούν.
Τρώγεται και σκέτο (σαν γλυκό κουταλιού), αλλά είναι "άπαιχτο" πάνω σε παχιά φέτα χωριάτικου ψωμιού με λίγο βουτυράκι. Την Σαρακοστή χωρίς βούτυρο είναι το καλύτερο πρωινό.

Ιδού και η παραδοσιακή συνταγή της μαμάς Κωνσταντινιάς. Είπαμε, της μαμάς της, της γιαγιά της και όλο προς τα βάθη των χρόνων.

Η απλότητα της γεύσης σε όλο της το μεγαλείο.....


Ρετσέλι

Υλικά

2 κιλά ώριμα σύκα ολόκληρα με το κοτσάνι τους πολύ καλά πλυμένα
1 κιλό ζάχαρη
2-3 ποτήρια νερό

Ετοιμασία

Σε μία μεγάλη κατσαρόλα βάζουμε το νερό με την ζάχαρη, να βράσει σε σιγανή φωτιά ώσπου να λειώσει η ζάχαρη και να γίνει σιρόπι.

Αφήνουμε το σιρόπι να πάρει 1-2 βράσεις και ρίχνουμε τα σύκα.

Τα αφήνουμε σε σιγανή φωτιά έως ότου μαραθούν.

Κάπου-κάπου ανακατεύουμε και ξαφρίζουμε εάν κάνει αφρό.

Χρειάζεται περίπου 1 - 1/2 ώρα γιατί το σύκο είναι ολόκληρο και βγάζει και αυτό το δικό του νεράκι.

Για να είμαστε σίγουροι ότι το σιρόπι έχει δέσει καλά, ρίχνουμε μία σταγόνα πάνω στο νύχι μας, εάν δεν απλώσει η σταγόνα το σιρόπι είναι έτοιμο.

Το αφήνουμε στην κατσαρόλα ώσπου να κρυώσει. (Εάν δηλαδή το φτιάξαμε το απόγευμα θα το αφήσουμε έως το πρωί.) και γεμίζουμε βάζα τα οποία έχουμε πλύνει και σκουπίσει πολύ καλά. Σκεπάζουμε τον λαιμό του βάζου με ένα κομμάτι αλουμινόχαρτο και κλείνουμε με το καπάκι ερμητικά.

Τα βάζα δεν χρειάζεται να είναι αποστειρωμένα εάν το σιρόπι είναι καλά δεμένο.Εναλλακτικά - καλού κακού - μπορούμε να τα διατηρήσουμε στο ψυγείο. Διατηρούνται για πάρα πολύ καιρό.

Καλή πετυχεσιά!

Wednesday, May 24, 2006

Τα καλύτερα κανάτια είναι τα Αιγινήτικα



Η Αίγινα φημίζεται για πολλά, κυρίως για το μοναστήρι του Αγίου Νεκταρίου, τα φιστίκια και.... τα κανάτια!

Για ‘μένα που δεν εργάζομαι στο νησί για να εξαρτώμαι οικονομικά από αυτό, με αναπαύει εγωϊστικά το να μην γνωρίζουν πολλοί τις χάρες της. Είναι όμορφη, δροσερή, ακόμα ξέγνοιαστη, πευκόφυτη από την μια, γεμάτη φιστικιές (ευτυχώς) ή μόνο πέτρες και βράχια από την άλλη. Με τα νεοκλασικά της στη χώρα, την μεσαιωνική πόλη, τα μοναστήρια της, τις υπέροχες θάλασσες της, το φαλακρό ενεργό ηφαίστειο της, τα ψαροχώρια , τα καλά κρυμμένα μαγευτικά ορεινά χωριουδάκια, τα ξωκλήσια, την ιστορία της... Απολαμβάνω κάθε μέρος της , κάθε πεζούλα, κάθε αμμουδιά, μα και κάθε λιχουδιά της. Αποφεύγω τις προσωπικές αναμνήσεις και τρέχω στο παρόν χωρίζοντας το σε εποχές.



Καλοκαίρι...
δεν έχει να ζηλέψει τίποτα και από κανέναν. Αμμουδιά θες; Βράχια; Βαθιά μα καταπράσινα νερά; απόμερες ακρογιαλιές και μέρη για ψαροντούφεκο; Διαλέγεις και παίρνεις. Όλα είναι κοντά σου μα και όσο πρέπει μακριά σου. Θες βουνό και θάλασσα; Να μένεις στο πευκόφυτο βουνό και να αγναντεύεις τον Σαρωνικό και το ηλιοβασίλεμα από την βεράντα σου; Τό’χεις! Θες ησυχία; Θες φασαρία; Όπου και αν έχω πάει καλοκαιρινές διακοπές, πάντα οι τελευταίες τουλάχιστον ημέρες είναι αφιερωμένες στην Αίγινα. Για να ολοκληρωθεί τέλεια ο κύκλος.

Με περιπάτους ελάχιστων χιλιομέτρων στα γύρω ξωκλήσια, να ανάψουμε κεράκι προσφορά σε όσους πάσχουν σωματικά και πνευματικά και σε όσους έχουν περισσότερη ανάγκη. Με την ευκαιρία μαζεύουμε και τα πεσμένα ξερά κουκουνάρια για το τζάκι του χειμώνα.


Με «εξερευνήσεις» στα ορεινά του νησιού και τις εγκαταλειμμένες αγροικίες, με πεζοπορίες στην κορφή των βουνιών μέσα από τις δασωμένες τους πλαγιές ή τις ξερές και κακοτράχαλες. Σουλατσάροντας στα δρομάκια της χώρας και ψωνίζοντας από τους ντόπιους παραγωγούς φρέσκα προϊόντα μαζεμένα το ίδιο πρωί από τα μποστάνια τους αλλά και γερεμέζι, φρέσκο γάλα, θυμαρίσιο μέλι...
Πίνοντας καφεδάκι μα ακριβώς πάνω στην θάλασσα χαζεύοντας τη Μονή απέναντι από την Πέρδικα. Απολαμβάνοντας υπέροχες γεύσεις στο Ανίτσαιο, στους Άλωνες, ψηλά στη δασωμένη πλαγιά της Αγια Μαρίνας. Περιδιαβαίνοντας στα κυριολεκτικά στενά σοκάκια της μοναδικής Παχιάς Ράχης....

Το καλοκαίρι διακόπτεται σχεδόν πάντα απότομα , με μια μπόρα. Υπέροχα, ήρθε το φθινόπωρο! Με τα πρωτοβρόχια μια υπέροχη μυρωδιά αναδύεται από τη γη, την κιμιλένια. Αυτή τη γη που το άλλοτε πολύτιμο χώμα της συντηρούσε τις μισές οικογένειες του νησιού. Κάθε σπίτι και ένας φούρνος, κάθε φούρνος και ένα εργαστήριο κανατιών. Αυτό το χώμα που τώρα είναι σαν «καταραμένο» γιατί τίποτα δεν μπορεί να καρποφορήσει πέρα από θυμάρια και κάππαρη. Τα πεύκα μοσχοβολούν καθώς η βροχή τα ξεπλένει, τα καθαρίζει και τα κάνει να μοιάζουν πιο πράσινα από ποτέ! Μια γλυκιά μελαγχολία σε κατακλύζει και είναι αυτή η πιο κατάλληλη στιγμή για να καθίσεις πίσω από το μισάνοιχτο τζάμι και να απολαύσεις ένα ζεστό καφέ χαζεύοντας την βροχή καθώς ο υγρός καιρός σε χτυπά στο πρόσωπο και σε «ξυπνά», σε αναζωογονεί. Η αντιθέτως να βυθιστείς περισσότερο και να χαλαρώσεις με ένα καλό ανάγνωσμα ή και με το γράψιμο ακόμα.

Καιρός να μαζέψουμε τα ξύλα για τον χειμώνα και να στρώσουμε τα κιλίμια. Εδώ, δεν χρειαζόμαστε πολύτιμα χαλιά, εδώ μπαινοβγαίνουμε με τα ξύλα για το τζάκι ανα χείρας. Εδώ απλώνουμε τις αρίδες μας μπροστά στο τζάκι και τρώμε απίστευτες ποσότητες φιστικιών. Εδώ ψήνουμε κρεμμύδια και μανιτάρια, πατάτες και ψωμάκι χωριάτικο. Δεν είναι αυτό το τζάκι για περσικά χαλιά, αλλά για απολαυστικά χειμωνιάτικα πρωινά και χαλαρά μισοφωτισμένα βραδάκια. Για να φιλέψουμε φίλους και καμιά φορά να κοιμηθούμε στρωματσάδα με το λιγοστό φως από τα καρβουνιασμένα ξύλα να μας νανουρίζει.. Κρύο, υγρασία, υπερβολικά καθαρός αέρας, μα η εικόνα σχεδόν ίδια με του φθινοπώρου μόνο που τώρα δεν έχει αίσθηση μελαγχολική αλλά χουχουλιάρικη.

Μακρύς ο χειμώνας, ήσυχο το νησί από τους εποχιακούς παραθεριστές. Ότι πρέπει για ηρεμία και αυτοσυγκέντρωση, υπερβολική ίσως, αλλά Παρασκευή απόγευμα βρέξει-χιονίσει τα καράβια γεμάτα φτάνουν στο νησί. Να ανοίξουν τα σπίτια, να ιδωθούν οι γείτονες, να ηρεμίσουν από την αγχωτική εβδομάδα. Να ανάψουν οι χωριάτικοι φούρνοι να ψήσουν χωριάτικο ψωμάκι και κυριακάτικο ψητό. Να ξεχυθούν στα χωράφια για άγρια χόρτα, ραδίκια, ρόκες, καυκαλήθρες, αγριομάρουλα και ζοχούς. Να πάνε Σαββάτο απόγευμα για ένα ζεστό καφέ και γαλακτομπούρεκο στη χώρα και το βράδυ όπου θέλει η παρέα.


Κυριακή πρωί για προσκύνημα και ευλογία στον Άγιο Νεκτάριο, στην Παναγιά Χρυσολεόντισσα, στον Άγιο Μηνά .. Μέχρι να ζεστάνει ο καιρός και σιγά σιγά να έρθει η άνοιξη.. . να μπουμπουκιάσουν τα δεντράκια, να πρασινίσει η γη, να βγουν τα πρώτα γεννήματα στα χωράφια... να ξεμυτίσουν τα σαλιγκάρια... να ευωδιάσει ο αέρας από τα πολλά αρώματα, να χορτάσουν τα μάτια από τα πολύχρωμα χωράφια, τους λουλουδιαστούς κήπους. Να φορέσουμε κοντομάνικο και καπέλο και να ανεβούμε στα εκκλησάκια, στην παλιά χώρα. Να περιδιαβούμε στα στενά μονοπάτια, να μπούμε στα λίγα όρθια εκκλησάκια, να προσκυνήσουμε και να φανταστούμε τον μεσαίωνα και την τρομερή εποχή του Μπαρμπαρόσα. Όπου τρακόσες εξηνταπέντε εκκλησιές ήταν κάποτε στον μικρό λόφο. Λένε μάλιστα πως είχε και άλλα τόσα σπίτια, κάθε σπίτι είχε και το εκκλησάκι του, κάθε εκκλησάκι με τις πολεμίστρες ακόμη και μέσα στο ιερό, να ρίχνει μια ματιά την ώρα της Θείας λειτουργίας ο παπάς. Μα και με μικρές κρυψώνες για τα παιδιά και τα κειμήλια. Στα μέσα της ανηφοριάς, η επισκοπή όπου λειτούργησε ο Άγιος Διονύσιος. Κάτω από τα λίγα και μοναδικά δεντράκια του λόφου που σκιάζουν την επισκοπή, μπορούμε να δούμε με τα μάτια της φαντασίας μας τους πιστούς να κάθονται ένα γύρω από την εξώπορτα της εκκλησιάς και να ακούν με προσοχή τον Άγιο καθισμένο στο μικρό βραχάκι που τους μιλά για τόσα και τόσα όμορφα πράγματα.
Γυρνώντας αριστερά το κεφάλι, κάτω χαμηλά το μοναστήρι του Άγιου Νεκτάριου και πιο πίσω η νέα μεγάλη εκκλησιά, όπου πολύ μελάνι έχει χυθεί και πολύ περισσότερη γκρίνια έχει ζαλίσει το μυαλό μας για το χτίσιμο της και τα έξοδα της. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία, ας την αφήσουμε για τους περίεργους και ας συνεχίσουμε την ανηφοριά στην κορυφή του λόφου με την εκκλησιά με τα δυο ιερά, τον Άγιο Δημήτριο και τον Άγιο Γεώργιο. Δεν χρειάζεται να αναφέρω την περίοδο των Χριστουγέννων ή του Πάσχα.

Δεν υπάρχει τόπος, μέρος και γωνιά που να μην ομορφαίνει και να ευωδιάζει, πόσο μάλλον η Αίγινα. Ένα νησί που είναι τόσο κοντά αλλά και όσο πρέπει μακριά, με τα δάση του, τα φιστίκια και κάππαρη του, τα παντού φυτρωμένα θυμάρια, τους λίγους εναπομείναντες κεραμοποιούς, τα αμαξάκια με τα άλογα, την όμορφη χώρα με τα νεοκλασικά και τα ορεινά γραφικά χωριά , το μοναδικό , τα αρχαία της μνημεία –την Αφαία, τον ναό του Ελλάνιου Διός στη κορυφή του πιο ψηλού βουνιού, την κολόνα - τις φραγκοσυκιές, τις συκιές και το γερεμέζι που το φτιάχνουν τώρα πια ελάχιστοι.

Και για να μην σας αφήσω ορεξάτους, όσοι πιστοί στις παραδόσεις, στα αγνά προϊόντα και την προσωπική προσπάθεια, έψαξα, ρώτησα και έμαθα από μια γλυκύτατη μοναχή πως το φτιάχνουν αυτό το γερεμέζι.

Φροντίζουμε για φρέσκο κατσικίσιο γάλα που το πήζουμε λίγο το βραδάκι με δυο κουταλιές έτοιμο γερεμέζι για την ζύμωση ή στην χειρότερη με απλό πλήρες γιαουρτάκι, αυτό στο πήλινο με την πέτσα. Αν είναι καλοκαίρι ρίχνουμε λίγο αλατάκι να μην παραξινίσει. Το πρωί πια, αφού έχει μισοπήξει, το παίρνουμε και το βάζουμε σε ένα σφιχτό τουλπάνι ή πάνινη σακούλα. Το κλείνουμε και το κρεμάμε όξω σε κανά δέντρο. Τα ζουμιά τρέχουν, θα χάσει πολλά. Την άλλη μέρα προσθέτουμε τόσο γιαούρτι όσο να ξαναγεμίσει η σακούλα. Αυτό επαναλαμβάνεται μέχρι η σακούλα να μένει γεμάτη. Δεν χρειάζεται πολύ στον αέρα, 3-4 μέρες. Το προϊόν που θα πάρουμε τέλος θα είναι ένα μαλακό, κρεμώδες τυράκι, σαν την κοπανιστή ένα πράγμα αλλά κατάλευκο. Η γεύση του είναι υπόξινη στην αρχή και γλυκαίνει στο τέλος σαν γλυκιά μυζήθρα. Είναι ολόπαχο αλλά ανάλατο. Τέλειο πάνω σε μια φέτα φρέσκο ψωμάκι ή κριθαρένιο παξιμάδι. Κάποτε το διατηρούσαν σε πήλινο Αιγινήτικο κιούπι, τώρα στο ψυγείο αφού περιχύσουμε με ελαιόλαδο την επιφάνεια του, γιατί το γερεμέζι είναι ευαίσθητο. Όσο καλά διατηρείτο στο κιμιλένιο κιούπι άλλο τόσο χαλάει μέσα στο ψυγείο αν δεν το σκεπάζει προστατευτικά το λαδάκι.

Όπως αντιλαμβάνεστε την λατρεύω την Αίγινα και ας μην έχει αρκετό νερό και ας τρέχουμε κάθε λίγο και λιγάκι στην πηγή για ανεφοδιασμό....και ας μην είναι καν ο γενετήσιος τόπος μου.

φωτό από εδώ, και εδώ και δυστυχώς ούτε μια με κανάτι

Wednesday, May 17, 2006

19η Μαίου - Ημέρα μνήμης της γενοκτονίας του Ποντιακού Ελληνισμού

Με απόλυτο σεβασμό στα θύματα κάθε γενοκτονίας απανταχού της γης, επιτρέψτε μου λίγες γραμμές σαν φόρο τιμής στις ζωές που υπέφεραν, χάθηκαν, επέζησαν και μας μεγάλωσαν με αφηγήσεις, στερήσεις και απέραντη αγάπη!

Έχουν περάσει κοντά 90 χρόνια από τότε που ο Ποντιακός Ελληνισμός ξεριζώθηκε από τα χώματα που γεννήθηκε και ξαναρίζωσε σε αυτά, τα μητρικά,τα Ελληνικά. Σε αυτά από όπου ξεκίνησαν οι πρόγονοι του, οι αρχαίοι Ίωνες , σαν άποικοι. Σε αυτά που γύρισαν οι απόγονοι του σαν πρόσφυγες.

Όλοι όσοι δηλαδή κατάφεραν να φτάσουν, ζωντανά υπολείμματα, σκιές των αλλοτινών εαυτών τους, γεμάτοι θλίψη, φόβο ολοζώντανο και απέραντο πόνο για τον χαμό της πατρίδας, της οικογένειας, των ίδιων τους των εαυτών. Άποροι, άπλυτοι, γεμάτοι αρρώστιες από τις κακουχίες, είχαν μια μόνο επιλογή, να μαζέψουν όσο κουράγιο τους απόμεινε και να ξαναφτιάξουν τις ζωές τους, Όχι τις δικές τους, αυτές πέθαναν εκεί, στην Ποντιακή γη και στην θάλασσα . Στην απέραντη βαθιά και άγρια θάλασσα.

Πέθαναν εκεί, μέσα στα αποκαΐδια των σπιτιών τους, στα τούρκικα χαρέμια όπου κατέληξαν οι πιο όμορφες από τις κόρες, όσες γλίτωσαν την ατίμωση και την θανάτωση τους.

Πέθαναν εκεί στα άγρια βουνά, μαζί με τους αντάρτες.

Πέθαναν εκεί, στις ατέλειωτες πορείες θανάτου, όπου γυμνοί, ξυπόλυτοι, χωρίς τροφή, χωρίς νερό, δερνόμενοι και υβριζόμενοι, όπου όσοι δεν δολοφονήθηκαν από τους δήμιους τους, πέθαναν κατά την πορεία από τα βασανιστήρια.

Εκεί όπου το ταξίδι προς τον θάνατο, ήταν ο ίδιος ο θάνατος!.



Συντρίμμια της ζωής, μάζεψαν τα κουράγια τους, για τα παιδιά τους που έζησαν, για τα παιδιά που θα γεννιόντουσαν. Περισσότεροι από 700.000 πρόσφυγες από την Μικρασία και τον Πόντο εγκαταστάθηκαν στην Μακεδονία, την Θράκη, τα νησιά του Αιγαίου, την Αθήνα. Με αγώνες μέσα από αντιξοότητες και εμπόδια, αλλά με πίστη στην Ελλάδα και το αύριο, ρίχτηκαν στην δουλειά, δούλεψαν την γη, την πότισαν με αίμα και ιδρώτα, ξαναέστησαν το σπιτικό τους για να πολεμήσουν και να θυσιαστούν και πάλι, στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο, την Γερμανική κατοχή, τον εμφύλιο.

Ο πόνος και ο φόβος για ότι έζησαν για ότι έχασαν, έγινε θύμηση ευλαβική, νοσταλγικό τραγούδι για το χτες και αγώνας για το αύριο. Καινούργια μορφή πήρε ο τόπος, σαν να μπήκε νέο αίμα στις φλέβες του. Κάτω από τον Ελληνικό ουρανό, στο ίδιο χώμα, ζώντας μαζί όλοι οι Έλληνες, Μακεδόνες, Θράκες, Πόντιοι, Μωραΐτες, Νησιώτες, Ρουμελιώτες, Σμυρνιοί, Πολίτες και άλλοι, έμοιασαν με τον καιρό τόσο πολύ μεταξύ τους, ώστε σήμερα πια δεν ξεχωρίζεις ούτε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, ούτε τις διαφορές τους. Για άλλη μια φορά οι Έλληνες, δείχνοντας το ενιαίο και αδιαίρετο χαρακτηριστικό τους, ξεπέρασαν την τραγωδία της πιο μεγάλης καταστροφής των τελευταίων χρόνων. Και είναι κρίμα σήμερα, αδέλφια μας Έλληνες, παλιννοστούντες Πόντιοι να αντιμετωπίζονται σαν παρείσακτοι και να
τίθεται υπό αμφισβήτηση η Ελληνικότητα τους * με το να χαρακτηρίζονται ως Ρωσοπόντιοι ή Ρωσοέλληνες, αυτών όπου οι πρόγονοι τους γενοκτονήθηκαν ακριβώς για την ίδια ιδιότητα, την ελληνική εθνικότητα και την ορθόδοξη πίστη τους.

Η 19η Μαΐου ως ημέρα μνήμης, τιμά το κουράγιο των τρομαγμένων, κατατρεγμένων και ταλαιπωρημένων θυμάτων που μπόρεσαν να κλείσουν στις ψυχές τους τις αλησμόνητες πατρίδες και να τις αναστήσουν από την αρχή.

σημ.
Για τον Ποντιακό Ελληνισμό, την κουλτούρα, την ιστορία,την γενοκτονία μέσα από βιβλία, ντοκουμέντα, προσωπικές διηγήσεις, ομιλίες, σημειώνω τα παρακάτω:


1. H Μαύρη Βίβλος
2. Η γη του Πόντου (Δ.Ψαθάς)
3. Τοπάλ Οσμάν
4. Στατιστική των Σουρμένων (σπάνια έκδοση)
5.
www.pontos.org
6.
www.pontiaka.tk
7.
www.efxinospontos.org
8.www.pontos-stuttgart.de
9. users.forthnet.gr/the/Fotiadis (προσωπική σελίδα του Καθηγητή ΑΠΘ Κώστα Φωτιάδη)
10.
www.geocities/pontos1923/pages/
11.
www.pontians.info/
12.
www.hri.org/forum/diaspora/pontos

πλούσια συλλογή σχετικών βιβλίων θα βρείτε από τις εκδόσεις Κυριακίδη.

σχετικές φωτογραφίες εδώ

ακούτε radiopontos

η Ρωμανία κι αν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο

* διαβάστε σχετικά στο ιστορικό σημείωμα της ενότητας

Wednesday, April 26, 2006

τη Θωμά 'ς σα Σούρμενα

Για τους Σουρμενίτες (και γενικά τους Ποντίους) ο Απόστολος Θωμάς είναι ο προστάτης άγιος. Την ημέρα της μνήμης του το «γλεντάμε» παραδοσιακά (όσο γίνεται στην Ελλάδα του 21ου αιώνα) με κεμεντζέ, ταούλ’τουλούμ’, γαβάλ, κρασί, χαψία και χορό. Πολύ χορό. Χορό να τρέμει η γης.

Του Θωμά, τελείται και το «ταφικό έθιμο».
Επιμνημόσυνη δέηση υπέρ αναπαύσεως των ψυχών και κεκοιμημένων προσφιλών προσώπων.
Στον Πόντο, το δημοφιλέστερο πανοϋρ γίνονταν στο Τσίτα των Σουρμένων. Στο χωριό της γιαγιάς Βασώς. Έρχονταν από τα γύρω χωριά τα οποία μπορεί να απείχαν χιλιόμετρα ολάκερα μεταξύ τους. Σε κείνο το πανοϋρ γίνοταν και τα λογοδοσήματα, τα ταιριάσματα.
Ουσιαστικά, κάνουμε Ανάσταση με τους νεκρούς μας! Γλέντι κανονικό με κόκκινα αυγά, τσουρέκια, μεζέδες, ρακί και λύρα και χορό.
Τα παλαιά τα χρόνια, όταν ακόμα ζούσε ο περίφημος λυράρης Μπαϊρακτάρης και οι πιο πολλοί πρόγονοι μας (μικρά παιδιά το ’22) εσείετο η γης, από την σέρα , το κότσαρι, το τικ.
Τούτα τα χρόνια, ο χορός αναβάλλεται για το απόγευμα, στην πλατεία που όλους τους καλούς χωράει. Με συγκροτήματα από άλλες πόλεις αλλά και εκτός Ελλάδος. Ακόμη, Κρήτες, Αρμένιοι, Βλάχοι, έρχονται να γλεντήσουμε όλοι μαζί, παρέα. Κατά χιλιάδες συρρέουν από παντού επισκέπτες Πόντιοι και μη για να γλεντήσουμε μαζί, ομόψυχα και ειλικρινά.

Το έθιμο συνεχίζεται χωρίς διακοπή από το 1928 και εύχομαι, πέρα από το «πανηγυριώτικο» που κολλά παντού σαν την μέλισσα στο μέλι, να διατηρηθεί η ουσία του όλα τα επόμενα χρόνια

Φέτος το πρόγραμμα έχει ως εξής:

Σήμερα Τετάρτη 26 Απριλίου 2006
9.00 μ.μ στο πολιτιστικό κέντρο της ένωσης Ποντίων Σουρμένων»

Ποντιακό Θέατρο
από την θεατρική ομάδα της Ένωσης Ποντίων νομού Μαγνησίας
με 3 μονόπρακτες κωμωδίες

« Η Ζουρνα»
«ο Γιάγκον, ο Κουντουρατζής»
« Ο εφοριακόν»

Αύριο Πέμπτη 27 Απριλίου 2006-04-26
9.00 μ.μ στο πολιτιστικό κέντρο της ένωσης Ποντίων Σουρμένων»

Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου
Ομιλητής: Κώστας Φωτιάδης
Καθηγητής Ιστορίας Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας


Παρασκευή 28 Απριλίου 2006
8.30 μ.μ στο πολιτιστικό κέντρο της ένωσης Ποντίων Σουρμένων»

Προβολή ταινίας
«Περιμένοντας τα σύννεφα»

Αφορά την γεγοκτονία απο το 1916 μέχρι το 1923
Αξίζει να σημειωθεί πως το έργο είναι παραγωγή γαλλικής εταιρείας και χρηματοδοτήθηκε από την ευρωπαϊκή ένωση και είναι αποτέλεσμα συνεργασίας των κέντρων κινηματογράφου Ελλάδος και Τουρκίας.


Σάββατο 29 Απριλίου
07.45 μ.μ Πλατεία Σουρμένων

Χοροί από τα συγκροτήματα:

- Ένωση Ποντίων Περάματος «Ο Πόντος»
- Σύλλογος Κρητών Ελληνικού «Ο Ψηλεορείτης»
- Ποντιακός Σύλλογος Καλαμαριάς, Θεσσαλονίκης
- Πολιτιστικός Σύλλογος Ποντοκώμης νομού Κοζάνης

Ακολουθεί Ποντιακό παραδοσιακό γλέντι με κεμτζέ, ταούλ΄τουλούμ’ κρασί και χαψία.....

Το πρόγραμμα παρουσιάζει ο Λάζος Τέρας

Κυριακή 30 Απριλίου

10.00 π.μ
Δοξολογία και Αρχιερατική Θεία Λειτουργία στον Ιερό Ναό Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Σουρμένων

Πομπή προς το κοιμητήριο Σουρμένων

11.00 π.μ.
Ταφικό έθιμο

07.45 μ.μ Πλατεία Σουρμένων
Ποντιακοί χοροί από τα συγκροτήματα:

- Σύλλογος Ποντίων Πολυκάστρου & Περιχώρων «Οι Ακρίτες» Κιλκίς
- Καλλιτεχνική Στέγη Ποντίων Βορείου Ελλάδος
- Ένωση Ποντίων Σουρμένων (μη τους χάσετε!)

Ακολουθεί ακόμη ένα Ποντιακό παραδοσιακό γλέντι με κεμετζέ, ταούλ΄τουλούμ’ κρασί, χαψία και χορό έως το πρωί.....

Χριστός Ανέστη!


Χρόνια πολλά και καλά και όπως ευχήθηκε πολύ σωστά μια νέα μου φίλη,

«είθε οι φίλοι να μένουν πάντα φίλοι»

Wednesday, April 19, 2006

Καλή Ανάσταση


ο εσταυρωμένος από το χέρι ενός 8χρονου




Σήμερον κρεμάται επί ξύλου,

ο εν ύδασι την γην κρεμάσας.


Στέφανον εξ ακανθών περιτίθεται,

ο των αγγέλων Βασιλεύς .


Ψευδή πορφύραν περιβάλλεται,

ο περιβάλλων τον ουρανόν εν νεφέλαις.


Ράπισμα κατεδέξατο,

ο εν Ιορδάνη ελευθερώσας τον Αδάμ.


Ήλοις προσηλώθη ο Νυμφίος της Εκκλησίας.
Λόγχη εκεντήθη, ο Υιός της Παρθένου.

Προσκυνούμεν σου τα πάθη, Χριστέ.

Δείξον ημίν και την ένδοξον σου ανάστασιν.

Κάνουνε όνειρα τ'αυγά

Τώρα που φτάνει η Πασχαλιά
κάνουνε όνειρα τ'αυγά
θέλουν όλα να νικήσουν
όταν θα μονομαχήσουν

Σ'αυγοθήκη καθισμένο
εν'αυγό είναι θλιμμένο
σκέφτεται να μην το σπάσουν
και το τσόφλι του χαλάσουν

"Θα σφιχτώ όταν με βράζουν
και τα κόκκινα μου βάζουν
Σαν το τσούγκρισμα αρχίσω
όλα τ'άλλα θα νικήσω"

με ορμή χτυπάει και θάρρος
πρώτος βγαίνει μονομάχος
και το τσόφλι όλων σπάζει
και ο κόσμος το θαυμάζει




εξοπλιζουμε το αυγό-μονομάχος με:

1 φακελάκι κόκκινη μπογιά για 30 αυγά
1/3 μπουκαλιού ξύδι (για την σταθεροποίηση του χρώματος)
1 κουτ. σούπας αλάτι (για να μην σπάσουν πριν μονομαχήσουν και για να είναι λαμπερά)

Βάζουμε από βραδύς στην κατσαρόλα τόσο νερό όσο γράφει η συσκευασία της μπογιάς, προσθέτουμε το ξύδι και το αλάτι και βράζουμε την μπογιά μόνη της.

Σβήνουμε την φωτιά και αφήνουμε την μπογιά στην κατσαρόλα μέχρι το επόμενο πρωί της Μεγάλης Πέμπτης.

Φοράμε γαντάκια κουζίνας μιας χρήσης, βουτάμε μέσα τα αυγουλάκια ένα ένα. Μπουρλωτιάζουμε και βράζουμε τα ωά για 5-6 λεπτά από την στιγμή που θα αρχίζει να βράζει το κοκκινόζουμο.

Βγάζουμε με κουτάλι, τοποθετούμε τα ωά με προσοχή, παίρνουμε ένα μαλακό πανάκι, το νοτίζουμε καλά με ελαιόλαδο και τα γυαλίζουμε ένα ένα.

Χύνουμε το κοκκινόζουμο στον κήπο, στις γλάστρες αλλά όχι στον δρόμο ή την αποχέτευση. (Μην ξεχνάμε πως σημειολογικά πρόκειται για το αίμα του Κυρίου)

Στολίζουμε πιατέλες, καλαθάκια.

Άμα υπάρχει και πιτσιρικαρία βγάζουμε τέμπερες ή σκόνες αγιογραφίας και ανάβουμε το πράσινο φως στη δημιουργική ενασχόληση ως εξαγορά για λίγες στιγμές ηρεμίας...

Monday, April 17, 2006

πλάθει σε τσουρέκια την φαντασία της


Μεγάλη Παρασκευή πρωί, πολύ πρωί, χάραμα και η κουζίνα βρίσκεται σε αναβρασμό. Σκάφη ξύλινη, αλεύρι, βούτυρο, αυγά φρέσκα αγιομηνίτικα και το μαχλέπι με την μαστίχα να συναγωνίζονται σε μυρουδιά.

Μια κυρά πληθωρική σηκώνει τα μανίκια και αρχίζει την δουλειά...
Πρώτα ρίχνει το αλεύρι στην σκάφη και ανακατεύει με την μαγιά. Σειρά έχει η ζάχαρη, το καβουρντισμένο μαχλέπι και η κοπανισμένη μαστίχα και μετά τα αυγά, έτσι αχτύπητα. Λίγη πορτοκαλάδα και το ξύσμα για το τέλειο αποτέλεσμα.

Για του λόγου το αληθές,

1 κιλό αλεύρι
2 φακελάκια μαγιά ξηρή
1 ποτήρι ζάχαρη
6 αυγά αχτύπητα
τον χυμό και το ξύσμα από δύο ζουμερά πορτοκάλια
μισό κ.γ. μαχλέπι κοπανισμένο και καβουρντισμένο
μισό κ.γ. μαστίχα κοπανισμένη
βούτυρο φυτικό λειωμένο και ζεστό (100 δράμια τότε, 100-150 γρ τώρα)
μισό ποτήρι γάλα χλιαρό για αραίωμα αν η ζύμη βγει σφιχτή

Ανακατεύει και ζυμώνει, ρίχνει βούτυρο ζεστό, ξαναζυμώνει και πάλι βούτυρο και πάλι ζύμωμα. Μα θέλει προσοχή το βούτυρο γιατί καμμιά φορά το καθίζει το ζυμάρι. Θέλει ζύμωμα πολύ να αφρατέψει. Μα σαν η ζύμη είναι σφιχτή ρίχνει και λίγο γάλα χλιαρό και δώστου πάλι ζύμωμα. Το γάλα το βάζανε παλιά για να διαλύσουν την φρέσκια μαγιά . Η κυρά το βάζει αντί για νερό και όταν χρειάζεται αραίωμα το ζυμάρι. Η θειά της η Ελένη, η συχωρεμένη έλεγε «όλα μαζί να τα βάζεις παιδί μου, τίποτα δεν θέλει, μόνο καλό ζύμωμα»

Και σαν η ζύμη κάνει φουσκάλες και ξεκολλάει από τα χέρια είναι έτοιμη για φάσκιωμα και φούσκωμα στον ήλιο.
Την σκεπάζει με βαμβακερή πετσέτα, την κουκουλώνει με μάλλινη κουβέρτα και την βάζει κάτω από τον ήλιο που μόλις ανέτειλε να διπλοτριπλοφουσκώσει σαν γκαστρωμένη κόρη.

Ξεχειλίζει το ζυμάρι, δεν κρατιέται. Και αρχίζει το πλάσιμο, μαλακά και απαλά τούτη τη φορά. Πρώτα πλάθει μικρά τσουρεκάκια σαν κουλούρια.
Πουλάκια, κοτσιδούλες, σαλιγκαράκια...Μπαίνει το πρώτο το ταψί στον φούρνο στους 180 και στην χαμηλή θέση και ετοιμάζεται το δεύτερο με νέα σχέδια. Και τρίτο και τέταρτο ώσπου ξυπνά και η πιτσιρικαρία της οικογένειας και με ακράτητο ενθουσιασμό πλάθει σε τσουρέκια την φαντασία της. Στο τέλος δυο μεγάλα τσουρέκια με κόκκινο αυγουλάκι, ένα για κάθε πιτσιρίκι. Τα ταψιά μπαινοβγαίνουν στα φούρνο, και έτοιμα και καυτά μπαίνουν στην σκάφη και πάλι περιμένοντας την Ανάσταση και το Χριστός Ανέστη!


στην Άσπα, αφιερωμένο εξαιρετικά

Monday, March 20, 2006

όλος ο κόσμος έλαμπε σαν μια νεροσταγόνα


Στις 18 Μαρτίου του 1996 έφυγε από κοντά μας ο Οδυσσέας Eλύτης, ένας από τους σημαντικότερους λογοτέχνες -κατ'εμε' - παγκοσμίως.

Είμαι πολύ μικρή για να γράψω οτιδήποτε για αυτόν τον σπουδαίο ποιητή, θα ήταν ασέβεια άλλωστε.

Λίγους στίχους μοναχά, αν όχι όλους από το "Aσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας: (1945) "

Μια μικρή αλλά καλογραμμένη και ευανάγνωστη βιογραφία του μεγάλου λογοτέχνη μπορείτε να δείτε
εδώ.

Εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος,
που με τα μάτια μιας παρθένας άνοιγε ο καιρός,
καθώς εχιόνιζε απ' το σκούντημα της μυγδαλιάς ο αγέρας,
κι άναβαν στις κορφές των χόρτων καβαλάρηδες,

εκεί που χτύπαγεν η οπλή ενός πλάτανου λεβέντικου
και μια σημαία πλατάγιζε ψηλά γη και νερό,
που όπλο ποτέ σε πλάτη δεν εβάραινε
μα όλος ο κόπος τ' ουρανού,
όλος ο κόσμος έλαμπε σαν μια νεροσταγόνα
πρωί στα πόδια του βουνού,

τώρα, σαν από στεναγμό θεού ένας ίσκιος μεγαλώνει,

τώρα, η αγωνία σκυφτή με χέρια κοκκαλιάρικα,
πιάνει και σβήνει ένα-ένα τα λουλούδια επάνω της,
μες στις χαράδρες όπου τα νερά σταμάτησαν
από λιμό χαράς κοίτουνται τα τραγούδια
βράχοι καλόγεροι με κρύα μαλλιά
κόβουνε σιωπιλοί της ερημιάς τον άρτο.

Χειμώνας μπαίνει ως το μυαλό.
Κάτι κακό θ' ανάψει. Αγριέυει η τρίχα του αλογόβουνου,
τα όρνια μοιράζονται ψηλά τις ψύχες τ' ουρανού.

Τώρα μες τα θολά νερά ένας ίσκιος νευριάζει.

O άνεμος αρπαγμένος απ τις φυλλωσιές
κάνει εμετό στη σκόνη του,
τα φρούτα φτύνουν το κουκκούτσι τους,
η γή κρύβει τις πέτρες της,
ο φόβος σκάβει ένα λαγούμι και τρυπώνει τρέχοντας
την ώρα που μες από τα ουράνια θάμνα
το ούρλιασμα της συννεφολύκαινας
σκορπάει στου κάμπου το πετσί θύελλα ανατριχίλας.
Κ' ύστερα στρώνει στρώνει χιόνι χιόνι αλύπητο,
κ' ύστερα πάει φρουμάζοντας στις νηστικές κοιλάδες,
κ' ύστερα βάζει τους ανθρώπους ν' αντιχαιρετίσουνε: -φωτιά ή μαχαίρι!
Γι' αυτούς που με φωτιά ή μαχαίρι κίνησανκακό θ' ανάψει εδώ.
Μην απελπίζεται ο σταυρός,
μόνο ας προσευχηθούν μακριά του οι μενεξέδες!

Γι' αυτούς η νύχτα ήταν μια μέρα πιο πικρή,
λυώναν το σίδερο, μασούσανε τη γης-
ο θεός τους μύριζε μπαρούτι και μουλαροτόμαρο!

Kάθε βροντή ένας θάνατος καβάλλα στον αέρα,
καθε βροντή ένας άντρας χαμογελώντας άντικρυστο θάνατο
- κ' η μοίρα ό τι θέλει ας πεί.

Ξάφνου η στιγμή ξαστόχησε κ' ηύρε το θάρρος,
καταμέτωπο πέταξε θρύψαλα μες στον ήλιο,
-κιάλια, τηλέμετρα, όλμοι κέρωσαν!

Εύκολα σαν χασές που σκίστηκεν ο αγέρας!
Εύκολα σαν πλεμόνια που άνοιξαν οι πέτρες!
(Το κράνος κύλησε από την αριστερή μεριά...)

Στο χώμα μόνο μια στιγμή κουνήθηκαν οι ρίζες,
ύστερα σκόρπισε ο καπνός κ' η μέρα πήε δειλά
να ξεγελάσει την αντάρα από τα καταχθόνια.

Mα η νύχτα ανασηκώθηκε σαν πατημένη οχιά
-μολις σταμάτησε για λίγο μες στα δόντια ο θάνατος,
κ' ύστερα χύθηκε μεμιάς ως τα χλομά του νύχια!

Τώρα κοίτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη,
μ' ένα σταματημένο αγέρα στα ήσυχα μαλλιά,
μ' ένα κλαδάκι λησμονιάς στ' αριστερό του αφτί,
μοιάζει μπαξές που τούφυγαν άξαφνα τα πουλιά,
μοιάζει τραγούδι που το φίμωσαν μέσα στη σκοτεινιά,
μοιάζει ρολόι αγγέλου που σταμάτησε
μόλις είπανε "γεια παιδιά!" τα ματοτσίνορα
κ η απορία μαρμάρωσε...

Κείτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη...
Αιώνες μαύροι γύρω του
αλυχτούν με σκελετούς σκυλιών τη φοβερή σιωπή
κ οι ώρες που ξανάγιναν πέτρινες περιστέρες ακούν με προσοχή,
όμως το γέλιο κάηκε, όμως η γη κουφάθηκε,
όμως κανείς δεν άκουσε την πιο στερνή κραυγή
-όλος ο κόσμος άδειασε με τη στερνή κραυγή.

Κάτω απ' τα πέντε κέδρα,
χωρίς άλλα κεριά,
κείτεται στην τσουρουφλισμένη χλαίνη...
άδειο το κράνος, λασπωμένο το αίμα,
στο πλάι το μισοτελειωμένο μπράτσο,
κι ανάμεσα απ τα φρύδια
μικρό πικρό πηγάδι - δακτυλιά της μοίρας,
μικρό πικρό πηγάδι κοκκινόμαυρο,
πηγάδι όπου κρυώνει η θύμηση!

Ω! μην κοιτάτε, ω μην κοιτάτε από πού του
-από που του φυγε η ζωή. Μην πείτε πως
-μην πείτε πως ανέβηκε ψηλά ο καπνός του ονείρου!

Eτσι λοιπόν η μια στιγμή, έτσι λοιπόν η μια
-έτσι λοιπόν η μια στιγμή, παράτησε την άλλη,
κι ο ήλιος ο παντοτεινός έτσι με μιας τον κόσμο!

Ήλιε, δεν ήσουν ο παντοτεινός;
Πουλί, δεν ήσουν η στιγμή χαράς που δεν καθίζει;
Λάμψη, δεν ήσουν η αφοβιά του σύγνεφου;
Κ' εσύ, περβόλι, ωδείο των λουλουδιών,
κι' εσύ, ρίζα σγουρή, φλογέρα της μαγνόλιας!

Eτσι καθώς τινάζεται μες στη βροχή το δέντρο
και το κορμί αδειανό μαυρίζει από τη μοίρα
κ' ένας τρελός δέρνεται με το χιόνι
και τα δυο μάτια πάνε να δακρύσουν,γιατί;
ρωτάει ο αιτός, πού 'ναι το παλικάρι;
Κι' όλα τ' αητόπουλα απορούν: πού 'ναι το παλικάρι!
Γιατί; ρωτάει, στενάζοντας η μάνα, πού 'ναι ο γιος μου;
Κι όλες οι μάνες απορούν: πού νά 'ναι το παιδί!
Γιατί; ρωτάει ο σύντροφος, πού νά 'ναι ο αδερφός μου;
Κι όλοι του οι σύντροφοι απορούν: πού νά 'ναι ο πιο μικρός!
Πιάνουν το χιόνι, καίει ο πυρετός.
πιάνουν το χέρι, και παγώνει,πάν να δαγκάσουνε ψωμί,
κ' εκείνο στάζει αίμα,
κοιτούν μακριά τον ουρανό κ' εκείνος μελανιάζει
-γιατί; γιατί; γιατί; γιατί να μη ζεσταίνει ο θάνατος;
γιατί ένα τέτοιο ανόσιο ψωμί;
γιατί ένας τέτοιος ουρανός εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος!..

Ηταν ωραίο παιδί.
Την πρώτη μέρα που γεννήθηκε
σκύψανε τα βουνά της θράκης να φανεί
στους ώμους της στεριάς το στάρι που αναγάλλιαζε,
σκύψανε τα βουνά της Θράκης και το φτύσανε
μια στο κεφάλι, μια στον κόρφο, μια μες το κλάμα του,
βγήκαν Ρωμιοί με μπράτσα φοβερά
και το σηκώσαν στου βοριά τα σπάργανα.
Ύστερα οι μέρες τρέξανε, παράβγαν στο λιθάρι,
καβάλλα σε φοραδοπούλες χοροπήδηξαν,
ύστερα κύλησαν Στρυμόνες πρωινοί
ώσπου κουδούνισαν παντού οι τσιγγάνες ανεμώνες
κ' ήρθαν από της γης τα πέρατα
οι πελαγίτες οι βοσκοί να παν των φλόκων τα κοπάδια
εκεί που βαθιανάσαινε μια θαλασσοσπηλιά,
εκεί που μια μεγάλη πέτρα εστέναζε!
Hταν γερό παιδί,τις νύχτες αγκαλιά με τα νεραντζοκόριτσα
λέρωνε τις μεγάλες φορεσιές των άστρων,
ήταν τόσος ο έρωτας στα σπλάχνα του
που έπινε μέσα στο κρασί τη γέψη όλης της γης,
πιάνοντας ύστερα χορό μ' όλες τις νίφες λεύκες
ώσπου ν' ακούσει και να χύσ' η αυγή το φως μες στα μαλλιά του,
η αυγή, που μ' ανοιχτά μπράτσα τον έβρισκε
στη σέλλα δυό μικρών κλαδιών να γρατσουνάει τον ήλιο,να βάφει τα λουλούδι
ή, πάλι, με στοργή να σιγονανουρίζει
τις μικρές κουκουβάγιες που ξαγρύπνησαν...
Α! τι θυμάρι δυνατό η ανασαιμιά του!
Τι χάρτης περιφάνιας το γυμνό του στήθος,
όπου ξεσπούσαν λευτεριά και θάλασσα!...

Hταν γενναίο παιδί.
Με τα θαμπόχρυσα κουμπιά και το πιστόλι του,
με τον αέρα του άντρα στην περπατηξιά,και με το κράνος του
-γιαλιστερό σημάδι(φτάσανε τόσο εύκολα μες στο μυαλό
που δεν γνώρισε κακό ποτέ του)με τους στρατιώτες του ζερβά
-δεξιάκαι την εκδίκηση της αδικίας μπροστά του.
-Φωτιά στην άνομη, φωτιά!Με το αίμα πάνω από τα φρύδια
τα βουνά της Αλβανίας βροντήξανε,
ύστερα λυώσαν χιόνι να ξεπλύνουν το κορμί του,
σιωπηλό ναυάγιο της αυγής, και το στώμα του,
μικρό πουλί ακελάηδιστο,και τα χέρια του, ανοιχτές πλατείες της ερημίας.
Βρόντηξαν τα βουνά της Αλβανίας
-δεν έκλαψαν.Γιατί να κλάψουν;Hταν γενναίο παιδί!

Τ α δέντρα είναι από κάρβουνο που η νύχτα δεν κορώνει.
Χιμάει, χτυπιέται ο άνεμος, ξαναχτυπιέται ο άνεμος
-τίποτε. Μες στην παγωνιά κουρνιάζουν τα βουνά
γονατισμένα. Κι από τις χαράδρες, βουϊζοντας,
απ' τα κεφάλια των νεκρών η άβυσσο ανεβαίνει...
Δεν κλαίει πια ούτ' η λύπη. Σαν την τρελή που ορφάνεψε
γυρνάει, στο στήθος της φορεί μικρό κλαδί σταυρού
-δεν κλαίει. Μοναχ' από τα μελανά ζωσμένη Ακροκεραύνια
πάει ψηλά και στήνει μια πλάκα φεγγαριού
μήπως και δουν τον ίσκιο τους γυρνώντας οι πλανήτες
και κρύψουν τις ακτίδες τους
και σταματήσουν
εκεί στο χάος ασθμαίνοντας εκστατικοί!

...Χιμάει, χτυπιέται ο άνεμος, ξαναχτυπιέται ο άνεμος,
σφίγγεται η ερημιά στον μαύρο της μποξά,
σκυφτή πίσω από μήνες-σύννεφα αφουκράζεται,
τί νάναι που αφουκράζεται - σύννεφα, μήνες μακριά;

Με τα κουρέλια των μαλλιών στους ώμους-αχ αφήστε την!
μισή κερί μιση φωτιά μια μάνα κλαίει-αφήστε την!
-στις παγωμένες άδειες κάμαρες όπου γυρνάει-αφήστε την!
Γιατί δεν είναι η μοίρα χήρα κανενός
κ' οι μάνες είναι για να κλαίν, οι άντρες για να παλεύουν,
τα περιβόλια για ν' ανθούν των κοριτσιών οι κόρφοι,
το αίμα για να ξοδεύεται, ο αφρός για να χτυπά,
κ' η λευτεριά για ν' αστραφτογεννιέται αδιάκοπα!

Π έστε λοιπόν στον ήλιο νάβρει ένα καινούριο δρόμο,
τώρα πια που η πατρίδα του σκοτείνιασε στη γη,
αν θέλει να μη χάσει από την περιφάνια του!
ή, τότε, πάλι, με χώμα και νερό,
ας γαλαζοβολήσει αλλού μιαν αδελφούλα Ελλάδα!
Πέστε στον ήλιο νάβρει ένα καινούριο δρόμο
-μην καταπροσωπίσει πια ούτε μια μαργαρίτα!
Στη μαργαρίτα πέστε νάβγει μ' άλλη παρθενιά!

μη λερωθεί από δάκτυλα που δεν της πάνε!

Χωρίστε από τα δάχτυλα τ' αγριοπερίστερα
και μην αφήστε ήχο να πει το πάθος του νερού,
καθώς γλυκά φυσά ουρανός μες σ' αδειανό κοχύλι,
μη στείλτε πουθενά σημάδι απελπισιάς,
μον' φέρτε από τις περιβόλες της παλικαριάς
τις ροδωνιές όπου η ψυχή ανάδευε,
τις ροδωνιές όπου η ανάσα του έπαιζε.Μικρή τη νύφη χρυσαλλίδα
που αλλάζει τόσες ντυμασιές όσες ριπές το ατλάζι
στον ήλιο, σαν μεθοκοπούν χρυσόσκον' οι χρυσόμυγες
και παν με βιάση τα πουλιά ν' ακούσουνε απ' τα δέντρα
ποιού σπόρου γέννα στύλωσε το φημισμένο κόσμο!

Φ έρτε κανούρια χέρια, τι τώρα ποιός θα πάει
ψηλά να νανουρίσει τα μωρά των άστρων!
Φέρτε καινούρια πόδια, τι τώρα ποιός θα μπει
στον πεντοζάλι πρώτος των αγγέλων!
Kαινούρια μάτια -θε μου!-, τι τώρα πού θα παν
να σκύψουν τα κρινάκια της αγαπημένης!
Αίμα καινούριο, τι με ποιο χαράς χαίρε θ' ανάψουν!
Και στόμα, στόμα δροσερόν από χαλκο κι αμάραντο,
τι τώρα ποιος στα σύννεφα θα πει "γεια σας παιδιά!"

Mέρα, ποιος θ' αψηφίσει τα ροδακινόφυλλα;
νύχτα, ποιος θα μερέψει τα σπαρτά;
Ποιος θα σκορπίσει πράσινα καντίλια μες στους κάμπους,
ή θ' αλαλάξει θαρρετά κατάντικρυ απ' τον ήλιο,
για να ντυθεί τις θύελλες καβάλλα σ' άστρωτο άλογο
και να γενεί Αχιλλέας των ταρσανάδων;
Ποιος θ' ανεβεί στο μυθικό και μαύρο ερημονήσι
για ν' ασπαστεί τα βάτσαλα,και ποιος θα κοιμηθεί
για να περάσει από τους Ευβοϊκούς του ονείρου
νάβρει καινούρια χέρια, πόδια, μάτια,αίμα και λαλιά,
να ξαναστυλωθεί στα μαρμαρένια αλώνια
και να ριχτεί-αχ τούτη τη φορά!
-και να ριχτεί του Χάρου με την αγιοσύνη του!

Η λιος, φωνί χαλκού, κι άγιο μελτέμι
πάνω στα στήθη του ώμοναν: "Ζωή, να σε χαρώ!"
Δύναμη εκεί πιο μαύρη δε χωρούσε,
μόνο με φως χυμένο από δαφνόκλαδο
κι ασήμι από δροσιά, μόνον εκεί ο σταυρός
άστραφτε καθώς χάραζε η μεγαλοσύνη.
Κ' η καλοσύνη με σπαθί στο χέρι πρόβελνε
να πει μες απ' τα μάτια του και τις σημαίες τους: "Ζω!"

Γεια σου μορέ ποτάμι όπουβλεπες χαράματα,
παρόμιο τέκνο θεού, μ' ένα κλωνί ρογδιάς
στα δόντια να ευωδιάζεται από τα νερά σου!
Γεια σου και συ χωριατομουσμουλιά που αντρείευες
κάθε πούθελε πάρει Αντρούτσος τα ονειρά του!
Και συ βρυσούλα του μεσημεριού,
που έφτανες ως τα πόδια του,
και συ κοπέλα που ήσουνα η Ελένη του,
που ήσουν το πουλί του, η Παναγιά του, η Πούλια του,
γιατί και μια μόνο φορά μες στη ζωή αν σημάνει
αγάπη ανθρώπου, ανάβοντας
αστρον από άστρο, τα κρυφά στερεώματα,
θα βασιλεύει πάντοτες παντού η θεία ηχώ,
για να στολίζει με μικρές καρδιές πουλιών τα δάση.
με λύρες από γιασεμιά τα λόγια των ποιητών.

Kι όπου κακό κρυφό, να το παιδεύει,
κι όπου κακό κρυφό, να το παιδεύει ανάβοντας!

Κ είνοι που πράξαν το κακό - γιατί τους είχε πάρει
τα μάτια η θλίψη - πήγαιναν τρικλίζοντας,
γιατί τους είχε πάρει,
τη θλίψη ο τρόμος, χάνονταν μέσα στο μαύρο σύγνεφο...
Πίσω! και πιαχωρίς φτερά στο μέτωπο.
Πίσω! και πια χωρίς καρφιά στα πόδια,
χωρίς τέρατα σίδερα και κουτουλιές φωτιάς!
Eκεί που γδύν' η θάλασσα τ΄αμπέλια και τα ηφαίστεια
στους κάμπους της πατρίδας πάλι και με το φεγγάρι αλέτρι,
στα βράχια της πατρίδας πάλι και με το μαντολίνο Ζάλογγο!
Πίσω! Στα μέρη όπου λαγωνικά τα δάχτυλα
μυρίζοντας τη σάρκα κι όπου η τρικυμία βαστά
όσο ένα γιασεμί λευκό στο θέρος της γυναίκας!

Kείνοι που επράξαν το κακό - τους πήρε μαύρο σύγνεφο.
Ζωή δεν είχαν πίσω τους, μ' έλατα και με κρύα νερά,
μ' αρνί, κρασί και ντουφεκιά, βέργα και κληματόσταυρο,
παπού δεν είχαν από δρυ κι από οργισμένο άνεμο,
στο καραούλι δεκαοχτώ μερόνυχτα
με πικραμένα μάτια.Τους πήρε μαύρο σύγνεφο -
δεν είχαν πίσω τους αυτοίθειο μπουρλοτιέρη, πατέρα γεμιτζή,
μάνα που νάχει σφάξει με τα χέρια της,
ή μάνα μάνας που με βυζί γυμνό
χορεύοντας νάχει δοθεί στη λευτεριά του Χάρου!

Kείνοι που επράξαν το κακό - τους πήρε μαύρο σύγνεφο,
μα κείνος που τ' αντίκρυσε στους δρόμους τ' ουρανού
ανεβαίνει τώρα μοναχός και ολόλαμπρος...

Μ ε βήμα πρωινό στη χλόη που μεγαλώνει
ανεβαίνει μοναχός και ολόλαμπρος...
Λουλούδια αγοροκόριτσα του κρυφογνέφουνε
και του μιλούν με μια ψηλή φωνή που αχνίζει στον αιθέρα,
Γέρνουν και κατ' αυτόν τα δέντρα ερωτεμένα,
με τις φωλιές χωμένες στη μασχάλη τους,
με τα κλαδιά τους βουτηγμένα μες στο λάδι τού ήλιου.
Θαύμα - τι θαύμα χαμηλά στη γη!
Ασπρες φυλές μ' ένα γαλάζιο υννί χαράζουνε τους κάμπους,
στράφτουν βαθιά οι λοφοσειρές
και πιο βαθια τ' απρόσιτα όνειρα των βουνών της Ανοιξης!

Ανεβαίνει μοναχός και ολόλαμπρος,
τόσο πιωμένος από φως που φαίνεται η καρδιά του,
φαίνεται μες στα σύννεφα ο Όλυμπος ο αληθινός,
και στον αέρα ολόγυρα ο αίνος των συντρόφων!..
Στους όχτους του μονοπατιού συνάζονται τα ζώα,
γρυλλίζουν και κοιτάζουνε σα να μιλούνε.
Ο κόσμος όλος είναι αληθινά μεγάλος
γίγας που κανακεύει τα παιδιά του!

Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο:
Αύριο, αύριο, λένε, το Πάσχα τ' ουρανού!

Μ ακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο...

Λένε γι' αυτόν που κάηκε μες στη ζωή
όπως η μέλισσα μέσα στου θυμαριού το ανάβρυσμα,
για την αυγή που πνίγηκε στα χωματένια στήθια
ενώ μηνούσε μιαν ημέρα πάλλαμπρη,
για τη νιφάδα που άστραψε μες στο μυαλό κ' εσβήστη,
τότες που ακούστηκε μακριά η σφυριγματιά της σφαίρας
και πέταξε ψηλά θρηνώντας η Αλβανίδα πέρδικα!
Λένε γι' αυτόν που μήτε καν επρόφτασε να κλάψει,
για τον βαθύ καημό του έρωτα της ζωής
που είχε όταν δυνάμωνε μακριά ο αγέρας
και κρώζαν τα πουλιά στου χαλασμένου μίλου τα δοκάρια,
για τις γυναίκες που έπιναν την άγρια μουσική
στο παραθύρι ορθές, σφίγγοντας το μαντίλι τους
-κ' έπνιγ' η βαρυσυννεφιά τα βουρκωμένα στήθη-,
για τις γυναίκες που απελπίζαν την απελπισιά
προσμένοντας ένα σημάδι μαύρο στην αρχή του κάμπου.
Ύστερα, δυνατά πέταλα έξω απ' το κατώφλι,
λένε για το ζεστό και αχάιδευτο κεφάλι του,
για τα μεγάλα μάτια του όπου χώρεσε η ζωή
τόσο βαθιά, που πια να μην μπορεί να βγει ποτέ της!

Τ ώρα χτυπάει πιο γλήγορα τ' όνειρο μες στο αίμα
-του κόσμου η πιο σωστή στιγμή σημάινει:Ελευθερία.

Εληνες μες στα σκοτεινά δείχνουν τον δρόμο:Ελευθερία
-για σένα θα δακρύσει από χαρά ο ήλιος.
Στεριές ιριδοχτυπημένες πέφτουν στά νερά,
καράβια μ' ανοιχτά πανιά πλέουν μες στους λειμώνες,
τα πιο αθόα κορίτσια τρέχουν γυμνά στα μάτια των αντρών
κ' η σεμνότη φωνάζει πίσω από το φράχτη:Παιδιά!
Δεν είναι άλλη γη ωραιότερη!...

Του κόσμου η πιο σωστή στιγμή σημαίνει!
Με βήμα πρωινό στη χλόη που μεγαλώνει
ολοένα εκείνος ανεβαίνει...
Τώρα λάμπουνε γύρω του οι πόθοι, που ήταν μια φορά
χαμένοι μες στης αμαρτίας τη μοναξιά,
γειτόνοι της καρδιάς του οι πόθοι φλέγονται!
Πουλιά τον χαιρετούν - του φαίνονται αδερφάκια του!
Ανθρωποι τον φωνάζουν - του φαίνονται συντρόφοι του.
"Πουλιά, καλά πουλιά μου, εδώ τελειώνει ο θάνατος!"
"Σύντροφοι, σύντροφοι καλοί μου, εδώ η ζωή αρχίζει!"

Αγιάζι ουράνιας ομορφιάς γιαλίζει στα μαλλιά του...
Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο:
Αύριο, αύριο, αύριο, το Πάσχα του Θεού!

Thursday, March 16, 2006

κι από Μάρτη καλοκαίρι.......



μια κίνηση απλή, μια λέξη σιγανή, και όλα παίρνουν φως, χρώμα και μυρουδιά

μια ζωγραφιά..
κοίτα μαμά..
εσύ οδηγείς το πλοίο..
μύρισε καλοκαίρι ..

και σιγοτραγουδώ.......




Το καλοκαιράκι στην ακρογιαλιά
μέσα στο νεράκι πλέουμε αγκαλιά
πέφτει το βραδάκι, πιάνει η δροσιά
δώσ'μου ένα φιλάκι κι έλα πιο κοντά

εγώ κι εσύ, εσύ κι εγώ, μόνοι πάνω στη γη
ω,ω,ω μόνοι στη γη

εγώ κι εσύ, εσύ κι εγώ, μόνοι πάνω στη γη
ω,ω,ω μόνοι στη γη


ήταν η Αθήνα κόμπος στο λαιμό
νέφος και ρουτίνα και άγχος τρομερό
δώσ'μου ένα τσιγάρο, δώσ'μου και φωτιά
Θέε μου, θα σε πάρω στην καυτή την αμμουδιά

εγώ κι εσύ, εσύ κι εγώ, μόνοι πάνω στη γη
ω,ω,ω μόνοι στη γη

εγώ κι εσύ, εσύ κι εγώ, μόνοι πάνω στη γη

ω,ω,ω μόνοι στη γη

τηλέφωνο χτυπάει, βουλιάζει το νησί
και τ' όνειρο σκορπάει στου γραφείου τη βουή
πετάγομαι ιδρωμένος, δουλεύεις και γελάς
σ'ακούω σαν χαμένος, το ρεφρέν να τραγουδάς

εγώ κι εσύ, εσύ κι εγώ, μόνοι πάνω στη γη
ω,ω,ω μόνοι στη γη


εγώ κι εσύ, εσύ κι εγώ, μόνοι πάνω στη γη
ω,ω,ω μόνοι στη γη




Tuesday, March 14, 2006

το σταυροδρόμι της καρδιάς μου


Αναμνήσεις και μνήμες από τις γειτονιές της Πόλης, και τα σταυροδρόμια της και από την ευωδία που άφησε στην καρδιά μας η χώρα των ζώντων.

«Τα σταυροδρόμια της γης είναι οι τόποι όπου συναντιούνται οι λαοί, οι φυλές και οι πολιτισμοί.
Εκεί, στα σταυροδρόμια, η συνάντηση με τους άλλους είναι σταυρός, αλλά και ταυτόχρονα ευλογία.
Στα σταυροδρόμια της γης πονάς από την συνάντηση με τον άλλο, τον ξένο. Εκεί, είναι πιο εύκολο να ξεπεραστούν οι εθνικοί εγωισμοί και ν’αναμετρηθούν πιο προσωπικά οι ματιές. Στα σταυροδρόμια της γης, αν θέλεις, μπορείς να γίνεις παιδί, έφηβος, άνδρας, άγιος.
Το Σταυροδρόμι της Πόλης, της αγιασμένης και πονεμένης, τέτοιος τόπος ήταν πάντοτε, και τέτοιος θα μείνει πάντα. Η φωνή των αγίων, που κρύβονται κάτω από την δισχιλιόχρονη ιστορία των χωμάτων του, έτσι το θέλουν να γράφει το χτες, το σήμερα και το αύριο του.»


Το παιδικό εξώφυλλο δεν προσδιορίζει την ηλικία του μελλοντικού αναγνώστη, μα τα παιδικά χρόνια του συγγραφέως στην Πόλη, του πατέρα Κωνσταντίνου, πνευματικού μου όπως και εκατοντάδων άλλων ψυχών.
Όποια και αν είναι η πορεία μας στην ζωή, το σίγουρο είναι πως διαβάζοντας τούτο το βιβλιαράκι ξαναβρίσκεις τις ισορροπίες σου, ξαναγίνεσαι παιδί. Ξαναγίνεσαι άνθρωπος.

Thursday, February 02, 2006

η γεύση η πιο έντονη


Κάθε γεύση, μυρωδιά, άγγιγμα ανασύρει από το σεντούκι του μυαλού θύμισες πρωταρχικές. Είναι ο κρίκος που με συνδέει με το παρελθόν. Άλλοτε νοσταλγικός, άλλοτε ανεπιθύμητος.
Οι εικόνες μου δεν είναι ποτέ ολόκληρες. Είναι μόνο κομμάτια ενός παζλ με πολύ έντονα χρώματα κι αρώματα, απαλά και τρυφερά αγγίγματα, ακόμη και πεισματικά κλάμματα.

Το πιο έντονο άρωμα είναι η μυρωδιά του χειμώνα.
Όχι της βροχής ή του κρύου αλλά της σόμπας που καίει. Εκείνης της τεράστιας kresky με τα μεγάλο πουρί σαν τζιμινιέρα που το άρωμα της είχε και λίγη εσάνς πετρελαίου. Μα στα ρουθούνια μας μύριζε θαλπωρή! Τούτο το άρωμα μου φέρνει την εικόνα της φλούδας μανταρινιού να σιγοψήνεται στην επιφάνεια της σόμπας. Όλους μας γύρω από την kresky, καθισμένοι με τα πόδια εναλλάξ, μια τ΄αριστερό μια το δεξί να ακουμπούν στα πλαϊνά της και να τσουρουφλίζονται! Αγώνες πλακωτού και πόρτας με τον μπαμπά και βέβαια Χριστούγεννα…

Το πιο τρυφερό άγγιγμα είναι του πατέρα.
Μου φέρνει στον νου, τα χουχουλιάρικα, ατέλειωτα Κυριακάτικα πρωϊνά στο διπλό κρεββάτι ανάμεσα στον μπαμπά και την μαμά, το ράδιο να παίζει Boney M και εγώ τάχα μου να τραγουδώ αγγλικά. Τον μπαμπά να μου χαιδεύει απαλά το σκουλαρίκι του αυτιού και γω να βγάζω φτερά και να πετώ στα ουράνια.

Η πιο έντονη γεύση έχει να κάνει με την θεία Ελένη.
Η θεία Ελένη, η μικρότερη αδελφή της γιαγιάς από τα 12 συνολικά αδέλφια κατοικούσε κάπου στην Νέα Ελβετία σε μια μικρή μονοκατοικία μέσα σε ένα τεράστιο –τουλάχιστον για το μέγεθος μου – κήπο. Το σπίτι στο βάθος του κήπου με ξύλινο εσωτερικό μύριζε αυτή την ιδιαίτερη μούχλα των παλιών βιβλίων. Τα δέντρα αριστερά και δεξιά. Ένα μικρό συντριβανάκι με τυρκουάζ λαδομπογιά στον πάτο και διακοσμημένο με κοχύλια και βότσαλα. Δρομάκια φιδωτά με βότσαλα δεμένα με τσιμέντο, χρωματικές επεμβάσεις πάντα με λαδομπογιά, λουλούδια παντού και μανιτάρια – φωτιστικά. Το κιτς σε όλο του το μεγαλείο!
Τότε, το να πας από Ελληνικό προς Νέα Ελβετία (ψηλά στον Βύρωνα) χωρίς γιώτα χι ισοδυναμούσε με ολοήμερη εκδρομή. Έπρεπε να πάρουμε συνολικά τρία λεωφορεία και μέχρι να φτάσουμε είχε μεσημεριάσει. Ήταν η μόνη ταλαιπωρία για την οποία δεν βαρυγκομούσαμε τα πιτσιρίκια. Πρώτον γιατί θα ξεσαλώναμε στα κοχυλοβοτσαλωτά δρομάκια, δεύτερον γιατί θα ανακαλύπταμε μικρούς θησαυρούς εντός της οικίας και θα ακούγαμε τον θείο «Μυνχάουζεν» να διηγείται ιστορίες τραβηγμένες από τα μαλλιά, και τρίτον και κυριότερον θα τρώγαμε πεϊνιρλί! Το νοστιμότερο και….τεραστιότερο (!) πεϊνιρλί που έχω φάει ποτέ στη ζωή μου. Τεράστιο σαν βάρκα (το μισό ήταν έξω από το πιάτο), ζουμερό και απίστευτα τυρένιο. Κόβαμε μπουκιά μπουκιά ξεκινώντας από τις γωνίες και τις βουτούσαμε μέσα στο ζουμερό αφράτο τυράκι. Το τραπέζι επάνω είχε μόνο τα πεϊνιρλί. Καμμιά άλλη λιχουδιά. Ότι άλλο ήταν περιττό. Η θεία η Ελένη όμως, κάθε φορά που την ρωτούσαν ποιο ήταν το μυστικό, χαμογελούσε σκανδαλιάρικα (να΄ταν ιδέα μου;) και απαντούσε: τίποτα πούλι μ'! Ότι κάνεις, κάνω!

Ιδού λοιπόν, τι έκανε η θεία Ελένη, που το έκανε η γιαγιά Βασώ, που το κάνει η μαμά Κωνσταντινιά και που το κάνω και γω….

πειραγμένο ποντιακό Πεινιρλί

Για τη ζύμη:

1 κούπα χλιαρό νερό
2 φακελάκια ξηρή μαγιά
1 αυγό (προαιρετικά)
1 φλιτζανάκι γάλα
1/2 φλιτζανάκι ελαιόλαδο
1/2 κουταλάκι αλάτι
Αλεύρι σκληρό όσο πάρει (περίπου 1 κιλό)
Λίγο νισεστέ για το ταψί

Για την γέμιση:

500 γρ κασέρι τριμμένο
150 γρ κεφαλοτύρι ή άλλο αλμυρούτσικο τυρί που λειώνει
Λίγο γάλα
Βούτυρο φυτικό

Ετοιμασία

Ανακατεύουμε καλά όλα τα υλικά της ζύμης με σύρμα εκτός από το αλεύρι το οποίο προσθέτουμε στο τέλος λίγο λίγο.

Ζυμώνουμε μέχρι να έχουμε μια μαλακή ζύμη που δεν κολλά στα χέρια.

Σκεπάζουμε την ζύμη με μια καθαρή πετσέτα και την βάζουμε σε ζεστό μέρος να διπλα-τριπλασιαστεί σε όγκο.

Στη συνέχεια χωρίζουμε την ζύμη σε 4 μπάλες (να γίνουν μεγάλα τα πεϊνιρλί), τις τοποθετούμε σε επιφάνεια αλευρωμένη με νισεστέ και τα αφήνουμε να ξαναφουσκώσουν.

Εν τω μεταξύ αναμιγνύουμε τα τυριά και τους ρίχνουμε λίγο γάλα για να νοτίσουν καλά και να μην ξεραθεί το τυρί όταν θα ψήνεται.

Παίρνουμε μία-μία μπάλα την ανοίγουμε ελαφρά με τα χεριά σε μακρόστενο σχήμα.

Απλώνουμε στην επιφάνεια λίγο λειωμένο βούτυρο, τοποθετούμε στο κέντρο τυρί (να είναι μπόλικο σαν βουναλάκι) και ρίχνουμε λίγο λειωμένο βούτυρο ακόμη.

Στη συνέχεια γυρνάμε από πάνω τις δυο μακρόστενες πλευρές και ενώνουμε τις άκρες (αριστερά και δεξιά) για να μην φύγει η γέμιση. τώρα το πεϊνιρλί μοιάζει σαν βαρκούλα.

Τοποθετούμε κάθε πεϊνιρλί στο αλευρωμένο με νισεστέ ταψί του φούρνου και ψήνουμε στους 180 C για μισή ώρα περίπου στην προτελευταία θέση του φούρνου, δηλαδή λίγο πιο κάτω από την μέση.

Αφού τα βγάλουμε από τον φούρνο, ρίχνουμε πάνω από την γέμιση κομματάκια βούτυρο και σερβίρουμε αμέσως. Κόβουμε μπουκιές από το πεϊνιρλί, το βουτάμε μέσα στη γέμιση με το βούτυρο και απολαμβάνουμε.

Εγκυκλοπαιδικά:
* πεϊνιρλί {εκ του peynir (τυρί) και του li (πίτα)}

* το Αυθεντικό ποντιακό πεϊνιρλί φτιάχνεται μόνο με αλεύρι, νερό, αλάτι, βούτυρο αγελαδινό και τυρί φέτα.

* Το πεϊνιρλί αρχικά ήταν κολατσιό των εργατών και γεωργών για αυτό και συνήθως τα έφτιαχναν σκέτα, χωρίς τυρί και έβαζαν μόνο λίγο βούτυρο. Στη συνέχεια πρόσθεσαν το τυρί και άλλες φορές άβαζαν καβουρμά. Αυτού του είδους οι πίτες ονομάζονταν «γιαγλία». Τα γιαγλία με τυρία ήταν τα πεϊνιρλία, με καβουρμά τα καβουρμαλούγια, με κρεμμύδια τα σαγανλούγια (σογάν στα τούρκικα είναι το κρεμμύδι) .

* άλλες παραλλαγές είναι το Πεινίρ’μπουρέκ και τα πλινία.

Thursday, January 26, 2006

Να γιομίσει ο σορβάς σου και να γιάνει η καρδιά σου !

Σαν ορεινό χωριό το Τσίτα, όπως και τόσα άλλα στον Πόντο, δεν είχε καλλιεργήσιμες εκτάσεις, έτσι έγιναν εκχερσώσεις για να μπορούν να παράγουν ένα μεγάλο μέρος της διατροφής τους όπως, αραβόσιτο, κηπευτικά, οπωροφόρα και κυρίως λεπτοκάρυα. Λόγω της βλάστησης η κτηνοτροφία ευδοκιμούσε και κάθε οικογένεια διατηρούσε μια έως τρεις αγελάδες οι οποίες έδιναν στην οικογένεια γάλα, γιαούρτη, βούτυρο, μυζήθρα, κρέας. Επίσης κοσάρες (κότες) και άλλα πουλερικά και βέβαια και από ένα γουρουνάκι για τα Χριστούγεννα, όπου με το λίπος και το κρέας του (καβουρμάς) περνούσαν τον δύσκολο και βαρύ χειμώνα. Μα και τα ψάρια ήταν άφθονα στην παραλία των Σουρμένων, ειδικά τα χαψία, ένας είδος γάβρου, που έρχονταν από την Κριμαία κατά τον Μάρτη, σε τεράστια πυκνά κοπάδια και φτάνοντας στις ακτές της Μαύρης θάλασσας κατάκλυζαν όλες τις παραλίες του Πόντου. Πολλές φορές ήταν τόσο μεγάλη η παραγωγή που έμεναν αζήτητα και τότε τα μοιράζανε στους φτωχούς, κυρίως Τούρκους.

Χαψία χαψία φατέστεν σκυλ΄παιδία
Και ντ’έμορφα μαειρεύ’ατα, η θεία μ’ η Δοξία


Οι γυναίκες ήταν επιφορτισμένες για τις εσωτερικές αλλά και τις εξωτερικές δουλειές. Για την τροφή, τα ζα, την οικογένεια, τα μποστάνια, την τροφή, τα πάντα. Για αυτό ο χρόνος ήταν πολύτιμος με συνέπεια η διατροφή τους να είναι λιτή και βασισμένη κυρίως στα σπιτικά παρασκευάσματα, στα κηπευτικά και την κτηνοτροφία. Δεν πετούσαν τίποτα, ακόμη και μια χούφτα μαγειρεμένα ρεβύθια, με την έμπνευση και την πείρα τους, αποτελούσαν το γεύμα της οικογένειας για την επόμενη ημέρα. Ίσως η απλότητα των υλικών και η απλή μαγειρική τους να είναι και ένας από τους λόγους που δεν αρρώσταιναν βαριά.

Πολλά από τα φαγητά εξακολουθούν να μαγειρεύονται, κάποια λιγότερο λόγω της έλλειψης των βασικών συστατικών όπως το κορκότο, το πασκιτάν, το υλιστόν, το στέας.

Ένα από τα πιο αγαπημένα τους φαγητά ήταν οι σούπες. Και μια τέτοια θα αφιερώσω στο ταπεινό μου Αρμυρίκι, που δυτικοφέρνει τελευταία και μεταξύ μας, πολύ του πάει.

Ανοίγοντας το «σεντούκι» του παππού Γιάννη, βρίσκω κάτω από τον τσαχλαμά, τον τανωμένον σορβάν. Την αγαπημένη του σούπα. Του άρεσε τόσο πολύ (όπως και στο υπόλοιπο τεράστιο σόι) που κάθε φορά που ήθελε να πει κάτι για την κοιλιά του έλεγε: τη σιρβάς ιμ’ ο τόπον, δηλαδή της σούπας μου το μέρος.

Ο τανωμένος σορβάς είναι σούπα από ξεφλουδισμένο και χοντροαλεσμένο στάρι, καλαμπόκι ή κριθάρι, πασκιτάν ή υλιστόν και δυόσμο. Είναι μια σούπα δροσερή, θρεπτική, εύκολη και ευπροσάρμοστη. Ζεστή τον χειμώνα, δροσερή για το καλοκαίρι, με άλλα λόγια, ταπεινή.

Αυθεντικός Τανωμένος σορβάς λοιπόν ή τανώσουπα ή σούπα τανωμένη

1 κούπα κορκότο σταρένιο
4-5 κούπες νερό
2 κούπες πασκιτάν’
1 ψιλοκομμένο κρεμμύδι
Ψιλοκομμένος φρέσκος δυόσμος ή 2 κ.γ. ξηρό
3 κουταλιές αγελαδινό βούτυρο ή ελαιόλαδο
αλάτι (αν το πασκιτάν’ δεν είναι καλά αλατισμένο)

Βάζουμε το νερό μαζί με το κορκότο και 1 κ.γ. αλάτι σε χαμηλή προς μέτρια φωτιά να βράσει μέχρι να ψηθεί το στάρι και χυλώσει ελαφρά.
Παίρνουμε δυο-τρεις κουτάλες από την σουπα σε ένα βαθύ μπωλ και το αφήνουμε να κρυώσει λιγάκι.
Προσθέτουμε λίγο λίγο πασκιτάν’ μέσα στη σουπα που έχουμε κατά μέρος και ανακατεύουμε μέχρι να γίνει το μείγμα λείο, χωρίς κομπαλάκια.
Στη συνέχεια, ρίχνουμε το μείγμα του πασκιτάν με το κορκότο λίγο λίγο στην κατσαρόλα με την υπόλοιπη σούπα έτσι ώστε να μην κόψει το πασκιτάν’.
Σε ένα τηγανάκι κάνουμε σύβραση το κρεμμύδι στο βούτυρο ή στο ελαιόλαδο και τον δυόσμο και το προσθέτουμε στη σουπα.
Ανακατεύουμε και απολαμβάνουμε.

Κορκότο και πασκιτάν’ υπάρχει σε μαγαζιά με προϊόντα παραδοσιακά.
Το κορκότο μπορεί να αντικατασταθεί με στάρι ξεφλουδισμένο (υπάρχει στα Σ/Μ) και κοπανισμένο στο γουδί. Το δε πασκιτάν’ με στραγγιστό γιαούρτι. Εδώ όμως πρέπει να σημειώσω πως την υπόξινη γεύση του πασκιτάν’ δεν την έχει το κοινό πλέον στραγγιστό γιαούρτι της αγοράς, εκτός και αν βρεθεί γνήσιο γιαούρτι σακούλας ή αφήσουμε το γιαούρτι λίγο να ξινίσει.

Σε άλλα μέρη του Πόντου την τανόσουπα την έκαναν με υλιστόν. Για την ιστορία,
το πασκιτάν’ είναι το αποβουτυρωμένο, δρουβανιστό, στραγγισμένο και αλατισμένο γιαούρτι που προέρχεται από το ταν’ . Αρκετά σφιχτό σαν αδύνατη μυζήθρα, όπου ταν’ είναι το αποβουτυρωμένο γιαούρτι.
Το υλιστόν είναι το στραγγιστό γιαούρτι με όλο του το βούτυρο του.
Το δε ταν’ αραιωμένο με παγωμένο νερό δίνει το αριάν’ , το ξυνόγαλο δηλαδή.
.....

Να γιομίσει ο σορβάς σου και να γιάνει η καρδιά σου !

Wednesday, January 25, 2006

ε! κίτι μαύρα Σούρμενα ...



Μια φορά, μιαν εποχή, στης γιαγιάς μου τον καιρό, ήταν ένα πανέμορφο χωριό που το λέγαν Τσίτα.
Τούτο το χωριό ήταν πολύ ορεινό, απόκρημνο, απρόσιτο, και με πυκνή βλάστηση. Αν και το νοτιότερο χωριό της επαρχίας των Σουρμένων και μόλις 10 χιλ από την παραλία, σε πολλά σημεία τα πανύψηλα βουνά είχαν απόκρημνες, βραχώδεις και δασωμένες πλαγιές, που διασχίζοταν από ορμητικά ποτάμια και ρυάκια. Χτισμένο στο βουνό Σιορομυλή των Ποντιακών Άλπεων ή Μακρώνων όπως τα ονομάζει ο Ξενοφών, που πέρασε από εκεί κατά την καθοδο των Μυρίων το 401 π.χ. Τα άλλα τρία βουνά των Άλπεων, του Αντίταυρου δηλαδή, ήταν ο Καρτσαλάχος και το Τσουρούκ Ντερέ, με υψηλότερη κορφή το Ματούρ Νταγ με 2850 μ. υψόμετρο. Από τον Καρτσαλάχο πήγαζε και ο Μικροπόταμος, το κύριο ποτάμι που περνούσε μέσα από το χωριό, συναντούσε άλλα ορμία (ρέματα) και διέσχιζε την χαράδρα που σχημάτιζονταν μεταξύ του Τσίτα και του Ασσού.
Η πυκνή του βλάστηση ήταν το απόλυτο καταφύγιο για ανθρώπους και αγριογούρουνα. Λεπτοκαρυές, καρυδιές, συκιές, ροδαφινιές, μουριές αποτελούσαν ένα βαθύ και πυκνό δάσος, μοναδικό για την ομορφιά του.

Ο παππούς Αβραάμ (προπάπους μου, παπάς και δάσκαλος του χωριού και μετά τη χηρεία του αρχιμανδρίτης) γράφει στο βιβλίο του «Στατιστική της Επαρχίας των Σουρμένων», πως το χωριό πήρε το όνομα του από τις αποθήκες αραβοσίτου της περιοχής, καθώς «τσιτ» στα τούρκικα σημαίνει ακριβώς αυτό.
Μια άλλη εκδοχή, υποστηρίζει πως το Τσίτα πήρε το όνομα του από τον στρατηγό Τζίττα ή Σιττα, τον οποίο είχε στείλει ο αυτοκράτωρ Ιουστινιανός για να υποτάξει την άγρια φυλή των Τζάνων που λυμαίνονταν την περιοχή των ανατολικών παραλίων της Μαύρης θάλασσας. Ο στρατηγός κατάφερε να τους υποτάξει και σαν ευγνωμοσύνη οι κάτοικοι του Τσίτα ονομάτισαν το χωριό τους Τζίτα, όπου με τα χρόνια έγινε Τσίτα.

Μετά την άλωση της Πόλης και τον βίαιο διωγμό και εξισλαμισμό, όλα τα χωριά των περιοχών αυτών σχεδόν ερήμωσαν. Οι κάτοικοι έφυγαν άλλοι προς τα μέρη της Ρωσίας, άλλοι στα βουνά οπού σύμφωνα με τις γραπτές και προφορικές αφηγήσεις των παλαιών αλλά και των νέων όπως η θεία Παρθένα, ζούσαν –όπως και η προγονική της οικογένεια- κρυμμένοι επί γενεές και γενεές, τρεφόμενοι με χόρτα, ξηρούς καρπούς και αγριογούρουνα.
Έτσι και το Τσίτα άδειασε, ερήμωσε και από το 1470 σκεπάστηκε όλη η περιοχή με πυκνά δάση. Βέβαια, κάποιοι χριστιανοί διεσώθηκαν και έμειναν πίσω σε μερικά χωριά της περιοχής των Σουρμένων και του Όφη, όπου προστατεύονταν από τους αγάδες από σκοπιμότητα πάντα και συμφέρον. Το 1670 έγινε ο δεύτερος διωγμός και εξισλαμισμός όλων των περιοχών. ΄Οσοι αρνήθηκαν τον εξισλαμισμό, έφυγαν από τα διάφορα χωριά του Όφη προς τα ορεινά των Σουρμένων. Ψηλά, απόκρημνα, πιο ασφαλή. Είχαν πληροφορηθεί πως παλιά υπήρχε εκεί το χωριό Τσίτα και πως ζούσαν μερικοί χριστιανοί. Έτσι, από διάφορα χωριά κατέφτασαν φυγάδες, γενάρχες των μετέπειτα κατοίκων του Τσίτα, όπως και οι πρόγονοι μου οι Τσιρόζ’, όπου και ένας από τους απογόνους ο παππούς Αβραάμ Παπαδόπουλος (Τσιροζίδης) και το Τσίτα αποικήθηκε ξανά.
Σύμφωνα με το γενεαλογικό δέντρο του Παναγιώτη Τσιροζίδη, οι κάτοικοι του Τσίτα ήταν απόγονοι των Μιλησίων της Μικράς Ασίας καθώς οι πρώτοι από τους φυγάδες που εκαταστάθηκαν στο Τσίτα γύρω το 1775, ο Κεσές, ο Χαρίτος, ο Καλομηνάς, ο Φωκάς, ήρθαν από το χωριό Ωκενέ. Και με τους απογόνους τους δημιουργήθηκε το χωριό. Το κατοικήθηκε πρώτα από φυγάδες από τον Όφη και εκείνοι από την Ινέπολη αποικία της Σινώπης, όπου η Σινώπη ήταν με την σειρά της αποικία της Μιλήτου.

Το χωριό μεγάλωσε, άκμασε, έγινε το μεγαλύτερο σε πληθυσμό και έκταση της επαρχίας με 350 οικογένειες, περίπου 2700 χριστιανούς ορθόδοξους και 10 οικογένεις κλωστών (εκχριστιανισμένων Οθωμανών), με σχολαρχείο και ημιγυμνάσιο.
Τα περισσότερα σπίτια είχαν κατώι και ανώγι. Το κατώι κτισμένο με πέτρα (για μαντρί), το ανώγι ξύλινο για κατοικία και η στέγη με κεραμίδια.
Οι Τσιταίοι ήταν μορφωμένοι και οι περισσότεροι κιμπάρηδες αφού έκαναν εμπόριο στην γειτονική Ρωσία. Οι άντρες ήταν ή βιοτέχνες ή έμποροι ή και ξενιτεμένοι όσων οι δουλειές ήταν στην Ρωσία, την Πόλη, ακόμη και την Σμύρνη.


…….Δεν ξέρω γιατί επέλεξα τον αόριστο, αφού το Τσίτα, το χωριό της γιαγιάς Βασώς και ένα κομμάτι από τις δικές μου ρίζες, υπάρχει ακόμη. Εκεί, στο Σιορομυλή, πάντα μέσα σε πυκνή βλάστηση και ορμητικά ορμία. Ίσως γιατί δεν είναι αυτό που ήταν κάποτε, ίσως γιατί αν και κατοικημένο, μοιάζει έρημο και κρύο. Λείπουν οι άνθρωποι οι δικοί του που το ζέσταιναν, το ομόρφαιναν δίνοντας του πνοή και ψυχή, δίνοντας του ζωή, και περιμένει με υπομονή την επόμενη αυγή.

.........

ε! κίτι μαυρα Σούρμενα
και έρημα χωρία
πως έτονε κ'επέμετε
απές στην ερημία
Τσίτα, Ασσού και Μεξεζή
χωρία αγαπημένα
΄κ' έπορώ νάνασπαλώ σας
κι αϊλλοί - άϊλλοί σε μένα

Ντο έντον, που εχάθανε
ατόσα νέϊκα παιδία
κι ατώρα εμείς επέμναμε
δέντρα χωρίς κλαδία

Άλλο ο παπάς κι λειτουργεί
'κ' ειν'ανοιχτά σκολεία
επέμναν όλα έρημα
σην δείσα σην σκοτία

Ο πάππο μ΄έτονε μουχτάρτ'ς
απές σε αφτά χωρία
πολέμανεν πολέμανεν
για την ελευθερίαν

Οφέτος ξαν θα έρχουμε
Σούρμενα μ' ν' αναστέντς με
κι αν κι πάρω να έρχουμε
του χρόνου να περιμέντς με

Είμαι ένας Καπασακάλ'τ'ς
ας σην Μακεδονίαν
Σουρμενέτες, Σουρμενέτες
και με τρανό καρδία

.......

άλλαξε ο μανωλιός κι έβαλε τα ρούχα του αλλιώς..


Η επίδραση του χιονιού καταλυτική.
Το κουκούλωμα των κάδων, δρόμων, πάντων επιτυχής και όχι όσα κρύβει η νύφη για να μην δει η πεθερά! Όχι μάτια μου, έγινε καλή δουλειά, άριστη.

Ντύθηκε η χώρα στα λευκά της και μαζί της και γω. Άλλαξα φορεσιά και προτίμησα την λευκή, την φωτεινή, την αισιόδοξη. Με μια ιδέα χαρμολύπης στο μωβ-φούξια της, έτσι, για να μην ξεχνιόμαστε. Γιατί η ζωή, όπως και ο καιρός, πάντα θα αλλάζει κόσκινα...

Tuesday, January 24, 2006

Σουσάμι άνοιξε λοιπόν...



Η ζωή είναι παραμύθι, μα και το παραμύθι ίδια η ζωή.

Ποιος είναι αυτός που τουλάχιστον σαν παιδί, δεν απολάμβανε ώρες παραμυθιού, μα και ιστοριών αληθινών που σχεδόν πάντα ήταν τόσο απίστευτες που φάνταζαν μαγικές, μακρινές. Ποιος είναι αυτός που στην πεζή πραγματικότητα του δεν ονειρεύεται, δεν μαγεύεται, δεν επιζητεί την ζωή του να αγγίξει το ραβδάκι της ευλογίας και να γίνει όπως ο ίδιος την οραματίζεται.

Ποιος είναι αυτός που δεν ελκύεται από το μπλεγμένο κουβάρι της ιστορίας, του μύθου, της φαντασίας. Που δεν επιζητεί να πλεχτεί μέσα στις κλωστές του, να γίνει μέλος του κουβαριού, για να συνεχίσει να ονειρευέται, να πορεύεται, να ελπίζει, να ζει.

Κι όσο μαγεύεται, τόσο μπλέκεται, τόσο διψά για γνώση. Όσο ψάχνει, ανακατεύει, ανακαλύπτει, τόσο πιο βαθειά βουτά στην απέραντη θάλασσα του παρελθόντος, άλλοτε γαλάζια και γαλήνια κι άλλοτε μαύρη και φουρτουνιασμένη. Γεμάτη ιστορία, παραμύθι, παράδοση, ιππότες και δεσποσύνες, δράκους και καλικάτζαρους, ήρωες και προδότες, προγόνους κι απογόνους, μάχες, πείνες, πίκρες, χαρά, λύπη. Και είναι τόσο υπέροχα τα νερά της ιστορίας, που τον δροσίζουν, τον αναζωογονούν, τον φωτίζουν, κι ένας χείμαρρος γνώσεως αιώνων, ζωής αληθινής, ειπωμένης και ανείπωτης, αλλά πάντα αληθινής, γεμάτης, έντονης, συγκλονιστικής φανερώνεται μπροστά του. Ανεκτίμητη κληρονομιά προγόνων σε απόγονους.

Τούτη η κληρονομιά, φαντάζει στα μάτια μου σαν αρχαιολογικό εύρημα χρόνων αλλοτινών, περίεργων, γεμάτο μυστήριο και ένταση. Με προκαλεί και με προσκαλεί να την γνωρίσω, να την καταλάβω, να την μεταδώσω και να την αφήσω παρακαταθήκη στους νέους απογόνους.

Κάνω μια στροφή μέσα στο κουβάρι μου, ψάχνω και βρίσκω την μικρή ξεχασμένη κόκκινη κλωστούλα, το παιδικό μου όνειρο, το άπιαστο και ονειρεύομαι πως είμαι πια αρχαιολόγος. Ανοίγω τους κιτρινισμένους χάρτες μου, ξεκλειδώνω το σεντούκι των προγόνων μου γεμάτο θύμισες, μυρωδιές, γνώση και σοφία, σηκώνω την σκαπάνη μου και αρχίζω το σκάψιμο στις ρίζες μου, στις ρίζες μας, αφού όλοι ξαδέλφια είμαστε, μια κοινή ρίζα έχουμε, εδώ, εκεί, κάπου.....

Friday, January 13, 2006

Το τρομαχτόν....

 


Το σπίτι παλιό και πέτρινο, από τούτα τα τούρκικα, τα υγρά και σκοτεινά με ξεχαρβαλωμένα σανίδια στο πάτωμα. Ερειπωμένο μα όχι μόνο, σα στοιχειωμένο. Ερμο και κουρασμένο από τα χρόνια, σα τις καρδιές των νέων του κατοίκων. Δεν είναι καιρός που φτάσαν από την Χιό, λίγες βδομάδες μονάχα. Άφησαν το νέο τους σπίτι, το ραφτάδικο και ήρθαν δω, για το θέλημα του πατέρα, πριν κλείσει τα μάτια του να δει τον Γιάννη. Τον Γιάννη του.
Τούτο το ‘ρημόσπιτο ήταν το μόνο που απέμεινε ακατοίκητο ακόμη. Οι πρώτεροι κάτοικοι του φύγαν άρον άρον, ούτε που κατάλαβαν τι συνέβη.
- Φύγετε, τους είπαν. Ο πόλεμος τέλειωσε.
- Τέλειωσε, δόξα τον Αλλάχ. Και τελειώνουμε και μεις; Μα που να πάμε;
- Μπρε μπρε μπρε, στην μητέρα πατρίδα πάτε μπρε.


- Τούτο ‘ναι το σπίτι Βασώ.
Γύρισε την ματιά της, το βλέμμα της έπεσε πάνω στα υγρά γκρίζα ντουβάρια . Τα πελώρια αμυγδαλωτά της μάτια, μίκρυναν, μια τρίτσα γίνηκαν. Πήρα μιαν ανάσα, έσκυψε το κεφάλι, ζαλώθηκε τη Σοφούλα και μπήκε πρώτη μέσα. Πάντα πρώτη.
Τρία δωμάτια όλα κι όλα, το τρίτο μ’ένα πελώριο τζάκι στην άκρη. Δυο οικογένειες σε δυό δωμάτια. Τι κι αν ήταν αδέλφια και κουνιάδες; Τόσα κορμιά σε δυο δωμάτια. Που’ν’το σπίτι μας στο Τσίτα; Τυχερός όποιος τό’χει. Δίπατο με μεγάλα δωμάτια, σάλα, κατώι. Τυχερός. Ας είναι, γενηθήτω το θέλημα Του!

Βολεύτηκαν κουτσά στραβά, οι γκρίνιες δεν έλειψαν ποτέ, μα η Βασώ τό’χε ραμμένο το στόμα. Παπαδοκόρη, μορφωμένη, λιγομίλητη. Λίγα και σοφά. Κι αν στον τόπο της ντυνόταν με τα καλύτερα υφάσματα που’φέρναν οι κιμπάρηδες αδελφοί της από την Ρωσία και δεν ήξερε ούτε μια ρίζα να φυτέψει, δω πέρα γίνηκε αγρότισσα.

- Κάτσε Σοφούλα δω χάμου στην σκιά να πάω μέχρι κει πάνω. Βλέπεις; Θα γυρίσω γρήγορα, παίξε συ.

Έπαιζε η Σοφούλα κάτω απ΄την παχιά σκιά της Χαρουπιάς. Μυρμηγκάκια, ζουζουνάκια έπαιζαν στις μικρές χούφτες της.... νά’τη η μάνα, κατεβαίνει τον λόφο ζαλωμένη τσαλιά για τη φωτιά, μα...όχου μάνα μου, όχου μανούλα μου... δάκρυα σκέπασαν το προσωπάκι της, αναφιλητά τάραξαν το κορμάκι της. Για πότε σηκώθηκε η μάνα από χάμου ματωμένη
στα γόνατα, για πότε έφτασε στο παιδί, όχι Σοφούλα μου, να, καλά είμαι. Δε με βλέπεις; Να! Στο ένα χέρι το παιδί, με το άλλο να μαζέψει τα τσαλιά, για την φωτιά.

Μές΄την κουζίνα, στο μεγάλο τούρκικο τζάκι, θα’νάψει η φωτιά για το φαί. Θα’φερνε και ο Γιάννης το σφαχτό με τ’αδέλφια του. Τό σφαξαν πιο πέρα το γουρούνι, να μην ακούνε τα παιδιά. Περίεργο το κλάμα του γουρουνιού, μακρύ και συρτό, τσιριχτό σαν κλάμα νεογνού. Να σου τρυπά τα’φτιά και την καρδιά. Κι ο Γιάννης ούτε μυρμήγκι δε πάταγε, θα’σφαζε κοτζάμ΄ζωντανό;
Μέχρι να γίνει το χαβίτσι έρθαν. ‘Ετοιμο το σφαχτό για κρέμασμα. Επρεπε να μείνει, να στραγγίσει. Ο καβουρμάς δεν είναι εύκολη υπόθεση, θέλει χρόνο και ζόρι. Το φέραν στην κουζίνα και μ’ένα τσιγκέλ το κρεμάσαν από το ταβάνι στη μέση του δωματίου και ένα
μεγάλο σινί από κάτω για τα ζουμιά.
Παράθυρα δεν υπήρχαν, ούτε δεύτερη πόρτα. Τούτο το δώμα ήταν στο μέσο του σπιτιού, ανήλιο, σκοτεινό. Ότι έπρεπε για τούτη την δουλειά, μακριά από φως και ζωντανά. Βγήκαν όλοι και κλείσαν πίσω τους την πόρτα, μέχρι το άλλο πρωί. Ήσυχο ήταν το βράδυ και ο ύπνος βαθύς. Πήρε να ξημερώνει. Πρώτη η Βασώ όπως πάντα να σηκωθεί, να ετοιμάσει για όλους! Νίβεται, ετοιμάζεται. Κάνει να μπει στην κουζίνα, να βάλει φωτιά. Η πόρτα,
ορθάνοιχτη! Κύριε ελέησον ! που βρέθηκαν τούτα; Εξι γάτες ένα γύρω από το σινί, κάτω από το σφαχτό. Ακούνητες η μια καρφωμένη το βλέμμα της στην άλλη!
- Ξου βρε, ξου !
Έρθαν και οι άλλοι, απόρησαν, μα για μια στιγμή μονάχα.
- Δεν μπορεί νύφη λάθος έκαμες. Αφήκατε ανοιχτή την πόρτα και μπήκαν μέσα. Τα
τράβηξε το αίμα.
- Ντο με λες τώρα; Σύ δεν έκλεισες την πόρτα; Μαζί δεν βγήκαμε έξω;
- Σηκώθηκε κανείς το βράδυ;
- Οχι Γιάννη μου
- Οχι Παναγιώτη
- Οχι πατέρα
- Ε, καλά, δεν θα κλείσαμε καλά την πόρτα. Δεν γίνονται τέτοια πράγματα.

Τέτοια πράγματα πολλά γινόντουσαν, έτσι τουλάχιστον λέγαν πολλοί γειτόνοι. Για τα σπίτια τούτα, τα παλιά. Φονικά λέγαν γίνανε πολλά. Μάλιστα στο σπίτι του Πάντσου βρέθηκε κουφάρι, είπαν ανθρώπινο. Πολλοί σκοτώθηκαν και θάφτηκαν μέσα στα ντουβάρια για να μη βρεθούν τα πτώματα τους. Και τα πνεύματα των αδικημένων λέγαν τριγυρνούσαν
εκεί, εγκλωβισμένα,ζητώντας το δίκιο τους!
- Τς τς τς, χαϊβάνια ντιπ για ντιπ

- Να μάνα, να, εκεί. Εκεί, μέσα στην τρύπα, δίπλα στη σκάλα. Εκεί ήταν μάνα. Ενας άντρας με μεγάλο μουστάκι και ψηλό καπέλο. Στους ώμους είχε χρυσά και στο χέρι του μια κούκλα. Ίσια στα μάτια με κοιτούσε, καρφωτά, σαν να μου’λεγε, έλα, έλα. Είδα μάνα και σηκώθηκα. Πήγα σιμά μα δεν την έβλεπα πια και ο άντρας πάει, χάθηκε, έτσι!
Άπλωσα το χέρι μου, μέσα στην τρύπα, φοβόμουν λίγο, μα κάτι με τράβαγε μάνα. Το άπλωσα σιγά σιγά μέσα στη τρύπα να βρω την κούκλα. Τι όμορφη που ήταν, άσπρη σαν το γάλα, με μαύρα μακριά μαλλιά και πλουμιστό σαλβάρι. Μα κάτι ακούμπησε το δικό μου, στο μπράτσο, σαν χέρι, πάγωσα κι αμέσως το τράβηξα πίσω και τότε σε είδα να
κατεβαίνεις την σκάλα.
Έγειρε η Βασώ στο χάλασμα, κοίταξε καλά καλά μέσα στην τρύπα μα δεν είδε κάτι.
-Μη φοβάσαι Σοφούλα, ιδέα σου ήταν.


Πήρε την μικρή μέσα, μα το μυαλό της ήταν σκοτισμένο. Τιν’τούτα; Περίεργα πράγματα συμβαίνουν δω χάμω. Πέντε μέρες τώρα, το ίδιο. Κλείνουν την πόρτα το βράδυ, ανοιχτή την βρίσκουν το πρωί με τα γατιά ολούθε. Ακούνητα, σα μαγεμένα.
Ημαρτον Κύριε!

Σήμερα όλα θα ξεκαθάριζαν. Ε, μα! Ο θείος ο Παναγιώτης έτσι είπε, θα κλειδώσει ο ίδιος την πόρτα και το κλειδί θα το βάλει κάτω από το μαξιλάρι του. Ετσι είπε, και κάτι για κουκούτσ’ μυαλό.
Πρώτα και οι τέσσερις οι μεγάλοι, έψαξαν καλά καλά όπως κάθε μέρα και τις πέντε, τοίχο τοίχο, πέτρα πέτρα. Ούτε μια τρυπούλα, ούτε μια χαραματιά. Βγήκαν όλοι, τελευταίος ο θείος Παναγιώτης, έκλεισε πίσω του, κλείδωσε και πήγαν για ύπνο. Το κλειδί κάτω από το προσκέφαλο του. Ύπνος γλυκός σκέπασε το σπίτι, χωρίς όνειρα, μα το ροχαλητό του
διέκοψαν κλάματα.
- Τι; το μωρό του Γιάννη! Κλαίει. Μια σταλιά μωρό τι θόρυβο κάνει. Τι τό’πιασε άγρια μεσάνυχτα, αυτό ποτέ δεν κλαίει έτσι.
Ησυχία. Απότομη σιωπή. Μέχρι να σηκωθεί η Βασώ το μωρό σιώπησε. Έτσι ξαφνικά, όπως ξαφνικά έκλαψε. Μα τα ματάκια του έμεινα ανοιχτά, ορθάνοιχτα, να κοιτούν, κάπου.....
Ένα αεράκι δροσερό, ίσα παγωμένο, πέρασε απ’την ράχη της. Γυρνά προς την πόρτα. Την ανοίγει σιγά, αθόρυβα. Απέναντι της το δώμα με το τζάκι και η πόρτα ανοιχτή πέρα ως πέρα. Πάλι.
- Γιάννη! Παναγιώτη! Γιάννη, Γιάννη!

Τρέξαν ανάστατοι όλοι, μικροί, μεγάλοι.

- Κοιτάξτε! Κάτι έγινε δω, κάτι είδε το μωρό και τρόμαξε. Κάτι υπάρχει!
Ένα γύρω τα γατιά κάτω από το σφαχτό. Στο ίδιο μέρος, ακούνητα, ασάλευτα! Έχασκε ο στόμας ολονών, σαν μύγα τσίμπησε τον θείο, έτρεξε στο κρεβάτι του, σήκωσε το μαξιλάρι και, ναι. Το κλειδί ήταν εκεί.

Σαν ξημέρωσε έφεραν τον παπά. Ευλόγησε, θυμιάτισε.
Από τότε καμιά πόρτα δεν ξανάνοιξε, τα ζωντανά έλειψαν απρόσκλητα, η Σοφούλα δεν ξανάδε τον άντρα με την κούκλα μέσα στο χάλασμα. Ησύχασαν! Και μαζί, ησύχασε και το μωρό της Βασώς. Δεν ξανακούστηκε το κλάμα του. Ποτέ. Μήτε η λαλιά του. Ποτέ. Μέχρι τα δώδεκα της η μικρούλα Ευγνωσία έλεγε δυο λέξεις μοναχά. Μαμά. Μπαμπά. Και ήταν
πάντα ήσυχο και μαζεμένο, πάντα δίπλα στο φουστάνι της μάνας, ώσπου κοιμήθηκε. Στα δώδεκα της. Για πάντα.-

.........................................................

Αγαπημένο μου ημερολόγιο,

η ιστορία τούτη δεν είναι παραμύθι μα είναι αληθινή πέρα ως πέρα. Αφορά την οικογένεια μου και την γιαγιά μου τη Βασώ. Μια υπέροχη γιαγιά, ψηλή σαν κυπαρίσσι, με μαύρη μαντίλα, χαμογελαστά πελώρια μάτια, μόνιμο χαμόγελο στο στόμα και πειραχτικά παρατσάγκαλα εν ώρα καφεποσίας. Ποτέ δεν μου την διηγήθηκε τουτη την ιστορία, όπως τίποτα άλλο δυσάρεστο. Τις είχε κουκουλώσει καλά τούτες τις θύμησες. Τις πέταγε μια μια στη μαύρη θάλασσα μαζί με κάθε αδικοχαμένο πρόσφυγα.

Τούτα τα γεγονότα, σκόρπια λόγια δω και κει, μαζεμένα και φυλαγμένα στο σεντούκι του μυαλού μου, τα έβγαλα, τα "ξεσκόνισα" και τα ταίριαξα μεταξύ τους -όσο καλύτερα μπορούσα - σε ένα μικρό διήγημα. Παρακαταθήκη στα δικά μου παιδιά, και τα παιδιά των παιδιών μου. Να διαβάζουν, να μαθαίνουν και να μένουν πιστοί στις ρίζες και τις μνήμες.

Λένε πως, η ψυχή δεν πεθαίνει, θάνατος δεν υπάρχει, γιατί ζούμε μέσα απο τις μνήμες των απογόνων μας. ΄Οταν τούτη η θύμηση σβηστεί και η αλυσίδα σπάσει, αυτός είναι ο θάνατος....
 Posted by Picasa

Wednesday, January 04, 2006

Η καλή νοικοκυρά είναι δούλα και κυρά ;

 

Αγαπημένο μου ημερολόγιο,

Η ώρα κοντεύει 5 μ.μ. Σε δυο ωρίτσες θα είμαι στο σπιτάκι μου. Μόνη!
Σπάνια περίπτωση για χειμώνα, μοναδική θα έλεγα. Εγώ και τα ντουβάρια!
Ότι πρέπει για να αφιερώσω λίγες ώρες για πάρτη μου. Τέλεια! Αρχίζω να καταγράφω νοητά το πρόγραμμα.
Χμμμ τι χρειάζομαι ;

- Αφρόλουτρα, άλατα, κρέμες, ενυδατικές και ότι άλλη αηδία κυκλοφορεί για να καλυτερέψει αυτό που οδεύει με ταχύτητα φωτός στη μοίρα του. Τουτέστιν χαλάρωση και ρυτίδες. Ok για το πόδι της χήνας δεν μπορώ να κάνω κάτι (μακριά από μένα τα bodyline), αλλά τουλάχιστον θα μουλιάσω και μπορεί να κοιμηθώ κιόλας μέσα στο καυτό νερό. Μια βόλτα από τον Χόντο τσάκα τσάκα, 10 λεπτάκια το πολύ θέλω. Εκστασιασμένη από την απατηλή φαντασία μου συνεχίσω το σχεδιασμό των εγωιστικών μου απολαύσεων.

- Μια πλούσια σαλάτα να περιδρομιάσω μόνη μου! Σιγά μην χάσω ώρα από τον πολύτιμο για την πάρτη μου χρόνο για μαγείρεμα. Μια σαλάτα γίνεται στο πιτς φτίλι. Δεν θέλω πολλά πράγματα, απλά και ελαφριά. Μαρουλάκι, άνιθο και καπνιστό σωλομό μαρινάτο. Ωραία λοιπόν, κατεβαίνω Γλυφάδα (στον δρόμο μου είναι) μπαίνω στο γνωστό ΣουΜού και τα παίρνω. Ρόκα άγρια και πιπεράτη έχω σπίτι. Με τα χεράκια μου την μάζεψα προχθές από το νησί. Χαλάλι το δίωρο μέσα στα χωράφια, όρη και άγρια βουνά και υψίπεδα για χόρτα.

- Ένα καλό βιβλίο. Τό’χω και αυτό, προχθές το πήρα. «Άνεμοι Πολέμου» του Πρέσφιλντ. Εξιστορεί μυθιστοριογραφικά την ιστορία του Αλκιβιάδη και της εποχής του. Από το καλοκαίρι έλεγα να το πάρω που μόλις είχα τελειώσει μέσα σε τρία 24ωρα τις «Πύλες της Φωτιάς» του ιδίου, αλλά πότε να το διαβάσω; Αυτό ρουφιέται δεν διαβάζεται!

- Και ένα ποτάκι. Μαρτινάκι rosso με πάγο και μια φετούλα λεμόνι. Χαλαρή, φρέσκια και παρφουμαρισμένη στον καναπέ με μόνο φως το λιγοστό του πορτατίφ να απολαύσω το βιβλίο μου. Μη σου πω ότι θα ανάψω το τζάκι και θα διαβάσω αραχτή στην μπερζέρα μου. Χωρίς τεχνητό φως, μόνο της φλόγας που σιγοκαίει.

Η ώρα πήγε 6 μ.μ. Κλείνω πισί, κλειδώνω συρτάρια και χαιρετώ. Γεια σας, και χαρά σας και αέρα στα πανιά σας, εγώ την κάνω για σήμερα.

Ευτυχώς το λεωφορείο δεν άργησε. Το ομολογώ. Ανήκω στο ένα; δύο; δέκα τοις εκατό; του πληθυσμού που αυτοκίνητο έχουν και τιμόνι δεν πιάνουν. Θα το διευθετήσω και αυτό. Τούτο το καλοκαίρι θα πάω για δίπλωμα. Βέβαια κάθε χρόνο τα τελευταία δεκαπέντε το ίδιο λέω, αλλά που θα πάει ή θα μου κάτσει το schedule ή θα βαρεθεί το στεφάνι μου να κάνει τον ταξίτζη.

Δεν υπάρχει πιο βαρετή διαδρομή μέσα στο καταχείμωνο, σκοτάδι, να πορεύεσαι με το λεωφορείο στην παραλιακή. Το καλοκαίρι είναι χαρά Θεού, σε φτιάχνει η θέα της θάλασσας, σε οξυγονώνει. Τον χειμώνα όμως είναι σκοτεινά, καταθλιπτικά, τρεις και ο κούκος στο όχημα και μια μπόχα υγρασίας και κλεισούρας που σου’ρχεται να ξεράσεις. Το τραμ είναι σαφέστερα καλύτερο αλλά περνά κάθε μισάωρο, μην πω 45λεπτο. Δεν είμαι για να χάνω χρόνο. Θέλω και τα δευτερόλεπτα για πάρτη μου.
Λίγο τα σκαμπανεβάσματα, λίγο τα ξεκίνα-σταμάτα γλάρωσα στο όχημα και παραλίγο να χάσω την στάση.
Περνώ απέναντι, ο δροσερός αέρας με ξυπνά και μπαίνω στον Χόντο. Πλάκα πλάκα, μια ωρίτσα την έφαγα. Να και ένα σαμπουάν, αυτό το αφρόλουτρο ή το άλλο; Να δω και το καινούργιο αρωματάκι που μου είπε η Νικολέτα, να ρίξω και μια ματιά στο cookshop στον υπόγειο, ευκαιρία είναι. Εξάλλου έχω χρόνο.

Ώρα για το ΣουΜού, απέναντι είναι. Για τα σαλατικά. Εντάξει, ας πάρω και το γάλα του καλού μου. Με την ευκαιρία δεν παίρνω και λίγα αλλαντικά που τα πεθύμησα; Μμμ και τυράκι. Άδειο είναι το ψυγείο μετά τις διακοπές. Λίγο εδώ, λίγο εκεί έφαγα άλλη μια ώρα στο ΣουΜού. Πήγε 8.30 μ.μ και φορτώθηκα και σαν το γαϊδούρι. Μία η λύση. Ταξί! Και το πήρα και έφτασα στο 10λεπτο.

Ανοίγω με λαχτάρα την πόρτα, ανάβω τα φώτα και τι να δουν τα ωραία, μεγάλα και μελαχροινά ματάκια μου;

Γαμώ την γκαντεμιά μου, την Ρώμη και το Κολοσσαίο της μέσα!!!

Ένα σπίτι αλάν ντουφάν! Τρεις μέρες ήταν ο καλός μου στο σπίτι μοναχό του. Τι μέρες, νύχτες. Νύχτα έμπαινε, καθόταν ήσυχα ήσυχα στον καναπέ, έπαιζε το playstation του, κάπνιζε τα τσιγαράκια του, κοιμόταν στο κρεβατάκι μας... Πως τα κατάφερε και έκανε όλο το σπίτι στάβλο; ε; πότε; ΠΟΤΕ;

Ψυχραιμία κορίτσι μου, ψυχραιμία! Όλα γίνονται με μέθοδο.

Ανοίγω ψυγείο και μπουζουριάζω τα πράγματα. Χώνω στα ντουλάπια ότι χρειάζεται. Δεν βάζω και το πλυντήριο να πλένει μέχρι να τελειώσω;
Σεντόνια, πατάκια, χαλιά, τασάκια, ρούχα, σκούπισμα, ξεσκόνισμα, σφουγγάρισμα, μάζεμα.... Πήγε 11.30 μ.μ Οκ ακόμη προλαβαίνω. Θα χαλαρώσω με το ζεστό μου το μπανάκι, θα αλειφθώ κρέμες και βοτάνια, τα πιω και το ποτάκι μου και θα έρθω στα ίσα μου η δουλάρα! Βιβλίο δεν το βλέπω να διαβάζω, μάλλον λίγη τιβούλα για νανούρισμα.

Τέλειωσε και το πλυντήριο. Ας τα απλώσω μην τα έχω στην μέση.
11.45 μ.μ. - φτου! Τέλειωσε το ζεστό νερό. Ανάβω την αντίσταση. Σε μισή ώρα θα είναι λάβα.

Μέχρι το παγωμένο νεράκι να γίνει ποτάμι λάβας να συνεφέρω το κορμάκι μου περιμένω στωϊκά καθήμενη στο κρεβατάκι μου, πάνω από τα στρωσίδια μην τα βρωμίσω η άπλυτη πλύστρα.
12.00 π.μ. - Πεινάω... δεν έχω το κουράγιο όχι να φτιάξω την σαλάτα αλλά ούτε και να την φάω.
12.15 π.μ - Νυστάζω...δεν έχω το κουράγιο να σηκωθώ να κάνω μπάνιο. Άσε, αύριο το πρωί πριν φύγω για την δουλειά. Τι; ναι! χμμμ.. καληνύχτα αγαπημένο μου ημερολόγιο χχχρρρρρ ψψψψψψ χχχρρρρρρ ψψψψψψ.......
 Posted by Picasa

Thursday, December 08, 2005

Santa Claus ή Άγιος Βασίλης;

 



Αγαπημένο μου ημερολόγιο

πάντα τέτοιες μέρες έρχονται στον νου μου θύμισες από παλιές, πολύ παλιές, προϊστορικές εποχές. Τότε που ήμουν κούτσικο παιδάκι, το ίδιο θυμωσιάρικο και πεισματικά εκνευριστικό με τώρα. Τότε που ενώ όλα τα παιδάκια πίστευαν στον Αη Βασίλη, εγώ από πείσμα ξίνιζα το κατά τα άλλα γλυκό μου μουτράκι, φύσαγα το τσουλουφάκι μου με χάρη και επέμενα πως «τσου! δεν υπάρχει, δεν υπάρχει» ενώ βαθειά μέσα μου ήλπιζα στην ύπαρξη του και ευχόμουν να κλείσει τα μάτια στον κακιασμένο μου χαρακτήρα και να μου φέρει και πάλι δώρο. Δεν με ένοιαζε τι, πυζάμες, παιχνίδι, βιβλίο, μια αηδία, δώρο νά’ταν και ότι νά’ταν. Με ένα απλό δωράκι θα ήξερα πως ότι και αν δήλωνε η μαμά μου, εντούτοις και κατά βάθος ήμουν καλό παιδί και με είχε συγχωρέσει.
Για πέντε-έξι χρόνια καλά πήγαινε η «δουλειά». Πείσμα, ξίνισμα, δώρο, φιλιά, χρόνια πολλά, αναθεώρηση πεποιθήσεων για του χρόνου.
Την έβδομη παραμονή Πρωτοχρονιάς, το ασημένιο δεντράκι μας με τις κρυστάλλινες μπάλες στο σαλόνι περίμενε και πάλι να υποδεχθεί τον Άγιο με τα δώρα. Όπου Άγιος κάθε φορά ο μπαμπάς βέβαια αλλά που να το ξέραμε οι μικροί και αθώοι πετροβολιστές. Ο οποίος μπαμπάς γυρνώντας βράδυ από το μαγαζί, έμπαινε κρυφά, άφηνε τα δώρα, έβγαινε στις μύτες και χτυπούσε το κουδούνι της εξώπορτας για να ρίξει στάχτη στα μάτια. Ντριιιιιν ντριιιιιν

- Μα καλά, πότε ήρθε ο Αη Βασίλης; Μόλις τώρα κοίταξα στο δέντρο και ήταν άδειο! Χα ! ο μπαμπάς τα έφερε! Ναι, αλλά πότε; Πως δεν τον κατάλαβα; Ρε μπας και υπάρχει Άη Βασίλης; Αααααα χαζή που είσαι! Φυσικά δεν υπάρχει!
Ο μπαμπάς δεν μπορεί να πει ψέματα. Δεν είναι στα γονίδια του, στο dna του βρε αδελφέ. Τον πρόδωσε το χαρακτηριστικό του γελάκι.

Να λοιπόν η επιβεβαίωση, η καταστροφή, το γκρέμισμα του μυθικού κάστρου, το παραμύθι που δεν υπάρχει. Αφού δεν υπάρχει ‘Αη Βασίλης, η Σταχτομπούτα ήταν τσόκαρο, η Κοκκινοσκουφίτσα τα είχε κάνει πλακάκια με τον κακό τον Λύκο, ο παπουτσομένος γάτος ακάλυπτη επιταγή και οι νεράιδες κακές ξεδοντιασμένες μάγισσες....

- Δεν υπάρχει, αλλά υπάρχει!
- Μωρό μου, δεν υπάρχει Άη Βασίλης με κόκκινη στολή, ιπτάμενο έλκηθρο, τάρανδους και υπηρέτες ξωτικά. Ούτε έχει ροδαλά μαγουλάκια και καλοταϊσμένη κοιλίτσα. Και σίγουρα δεν φέρνει δώρα την Πρωτοχρονιά.
- Υπάρχει όμως ο Άγιος Βασίλειος, ο αληθινός άγιος, ο καλός και ο ταπεινός. Με τη μακριά του μαύρη γενειάδα, τα σκεωμένα του μάγουλα, το φτωχό του ράσο, που μας δωρίζει την σοφία του και την προστασία του κάθε χρόνο, κάθε μέρα, κάθε στιγμή.

Στιγμιαία ψυχική ανάταση, χασκογελώ αμήχανα, (μη δείξουμε ότι μας έπιασαν αδιάβαστους) καρφώνω το βλέμμα στη γιαγιά και αναμένω....

......Ο Άγιος Βασίλης, ήταν δεσπότης της Καισάρειας στη Μικρά Ασία. Πιο πέρα από το δικό μου χωριό. Πέρα, βαθειά στην Ανατολή. Ήταν καλός και πράος και ο πατέρας όλων. Όλους τους αγαπούσε και όλοι τον αγαπούσαν και τον σέβονταν.
Εκείνα τα χρόνια όμως ήταν δύσκολα πολύ. Συχνές επιδρομές, λεηλασίες, φόροι..
Κάποια μέρα, ο στρατηγός της περιοχής μπήκε μέσα στην πόλη και ζήτησε να του δοθούν όλοι οι θησαυροί της Καισάρειας, αλλιώς θα πολιορκούσε την πόλη και θα τους έπαιρνε σκλάβους. Άφησε προθεσμία μέχρι το άλλο πρωί για να μπορέσουν να συγκεντρωθούν οι θησαυροί.
Ό λαός φοβήθηκε μα εναπόθεσε τις ελπίδες του στον Άγιο Βασίλειο και τον Θεό.
Ο Άγιος προσευχήθηκε όλη την νύχτα για να σώσει ο Θεός την πόλη. Ξημέρωσε και ο στρατηγός μπήκε ξανά στην πόλη συνοδευόμενος από τους αξιωματικούς του και ζήτησε να δει τον δεσπότη, ο οποίος προσευχόταν ακόμη στον ναό.
Θυμωμένος και με θράσος απαίτησε το χρυσάφι της πόλης μα και ότι πολύτιμο υπήρχε. Ο Άγιος Βασίλειος απάντησε πως ήταν φτωχοί, δεν είχαν τίποτα το πολύτιμο να δώσουν πέραν της φτώχιας και της πείνας τους. Τότε ο στρατηγός απείλησε τον Άγιο πως αν εδώ και τώρα δεν γίνει το θέλημα του, θα τον εξορίσει πολύ μακριά από την πατρίδα του ή ακόμη μπορεί και να τον σκοτώσει. Οι χριστιανοί της πόλης αγαπούσαν τόσο πολύ τον δεσπότη τους, που άρχισαν να μαζεύουν ότι είχαν και δεν είχαν για να τα προσφέρουν στον στρατηγό για να σωθούν. Αυτός όμως, όντας ανυπόμονος, μνησίκακος και απάνθρωπος, για να κορέσει τον θυμό και εγωισμό του, διέταξε να επιτεθεί το στράτευμα του στην πόλη και να κάψει τα πάντα. Ο Μέγας Βασίλειος αμέσως έπεσε στα γόνατα και προσευχήθηκε για να σωθεί ο φτωχός λαός. Ξάφνου, εμφανίστηκε μπροστά του ένα σεντούκι γεμάτο με τα χρυσαφικά που είχαν μαζέψει οι πολίτες. Την στιγμή όμως που ο στρατηγός άπλωνε τα χέρια του για να ανοίξει το σεντούκι και μόλις ακούμπησε τα χέρια του στα χρυσαφικά, έγινε το θαύμα! Μια μεγάλη λάμψη είδαν στην αρχή όσοι ήταν εκεί και αμέσως μετά ένα λαμπρό και πανέμορφο καβαλάρη να ορμάει με το στρατό του στον στρατηγό και τους δικούς του στρατιώτες. Ο εχθρός αφανίστηκε σε ελάχιστο χρόνο. Ο λαμπρός καβαλάρης ήταν ο Άγιος Μερκούριος και οι στρατιώτες του οι άγγελοι του Κυρίου!
Έτσι σώθηκε η Καισάρεια , η ιστορία της σωτηρίας της έκανε τον γύρο του τότε γνωστού κόσμου και για αρκετό καιρό συνεχίστηκε η ειρηνική ζωή των κατοίκων της πόλης.
Ο Μέγας Βασίλειος όμως βρέθηκε σε δύσκολη θέση. Πως να επιστρέψει πίσω δίκαια τα χρυσαφικά στους κατόχους τους, αφού μέσα στην αναπουμπούλα δεν έγινε καταγραφή και δεν γνώριζε ποιος έδωσε και τι. Προσευχήθηκε λοιπόν και πάλι στον μεγαλοδύναμο Θεό και Εκείνος τον φώτισε τι να κάνει.
Κάλεσε όλους τους διακόνους και τους βοηθούς και τους είπε να ζυμώσουν τόσα ψωμάκια όσοι και οι κάτοικοι της πόλης και μέσα σε κάθε ψωμάκι να βάλουν και λίγα χρυσαφικά. Όπερ και γένοιτο, τα ψωμάκια ετοιμάστηκαν, ο Μέγας Βασίλειος τα ευλόγησε και τα μοίρασε στο λαό. Στην αρχή βέβαια όλοι παραξενεύτηκαν, μα η συνέχεια ήταν πιο θαυμαστή γιατί κάθε ένας που έκοβε το ψωμάκι του έβρισκε μέσα τα δικά του χρυσαφικά!
Ήταν λοιπόν ένα ξεχωριστό ψωμάκι, που έφερνε χαρά και ευλογία μαζί. Ένα ξεχωριστό δώρο από έναν ξεχωριστό άνθρωπο, έναν μεγάλο Άγιο της εκκλησίας μας.
Για αυτό και εμείς κάθε χρόνο, την ημέρα του Αγίου Βασιλείου, φτιάχνουμε την βασιλόπιτα με ένα φλουρί κρυμμένο.
Υπάρχει λοιπόν Άγιος Βασίλης και φέρνει δώρα όχι μόνο στα παιδιά μα σε όλους όσους τον αγαπούν. Και είναι μοναδικό και θαυμαστό το δώρο του. Ευλογία και Χαρά! .......


Η αλήθεια είναι, και πρέπει να το ομολογήσω πάραυτα, πως ουδέποτε οι γονείς μου μας παραμύθιασαν με την εικόνα του Άγιου CocaCola. Αυτή την είχα από το σχολείο και τα έντυπα – αυτοκόλλητα της εποχής. Δεν τον ακύρωναν, ούτε όμως τον αποδεχόντουσαν υπερβολικά. Αντίθετα, τώρα αντιλαμβάνομαι πως μας καλλιεργούσαν την έννοια-ύπαρξη του Άγιου Βασίλη που αγαπά όλη την πλάση και ιδίως τα παιδιά, προσπερνώντας τα στοιχεία της εμφάνισης του. Διότι πολύ σωστά, η εμφάνιση είναι παραπλανητική, ενώ η καρδιά αληθινή.

Εδώ που το σκέφτομαι, μπορεί να συγκριθεί ένας «κατασκευασμένος» Άγιος με έναν αληθινό; Τι σχέση έχουν ο τσαχπίνης και χοντρούλης Santa Claus, με ολοστρόγγυλη κοιλίτσα, ροδαλό και χαρωπό προσωπάκι, ευτραφής με στρογγυλά γυαλιά λευκογένειο, με κόκκινη στολή και μαγικές ικανότητες που κατοικεί στον Βόρειο Πόλο και περιστοιχίζεται από νεράιδες του χιονιού και ξωτικά και ενώ είναι μια πραγματικά γοητευτική ιστορία, εντούτοις δημιουργήθηκε και πλασαρίστηκε βασικά για να διαφημίσει αναψυκτικά και εποχικό εμπόρευμα, με τον καλοσυνάτο, πολύ ψηλό και πολύ αδύνατο Άγιο Βασίλειο;
Ο Άγιος είχε σκούρο και χλωμό δέρμα, κοντά μαλλιά και μακριά μαύρα γενιά, μακριά μύτη και τα φρύδια του ήταν τοξοειδή, τα μάτια του ήταν σκούρα και η ματιά του βαθειά και ερευνητική, το μέτωπό του ήταν μεγάλο και ήταν μονίμως ζαρωμένο έμοιαζε δηλαδή με άνθρωπο που συνεχώς σκεπτόταν, είχε προβλήματα με την υγεία του και υπέφερε από το πραγματικά ανυπόφορο κρύο και γενικά βαρύ χειμώνα της Καππαδοκίας.
Η οικογένεια του Αη Βασίλη ήταν στ' αλήθεια μια οικογένεια Αγίων, είχε παππού μάρτυρα, τα αδέλφια του Γρηγοριος ήταν επίσκοπος Νύσσης και Πέτρος επίσκοπος Σεβαστείας και ο ίδιος επίσκοπος Καισαρείας, οι αδελφές του ήταν όλες αφιερωμένες στον Θεό, με πρώτη πρώτη την Αγία και σοφή Μακρινα που ήταν αυτή που επηρέασε τον Αη Βασίλη να στραφεί στην χριστιανική πίστη.
Ο Ναυκρατιος ενας άλλος αδελφός του ασκήτευε στην έρημο του πόντου κι πέθανε μόλις 27 χρόνων . Τον Πατέρα του τον έλεγαν και αυτόν Βασίλειο και ήταν ρήτορας δηλαδή δικηγόρος, ενώ την μητέρα του την έλεγαν Εμελεια και ήταν πολύ σοφή και αγία γυναίκα.
Η οικογένεια του Αγίου Βασιλείου είχε 11 παιδιά (5 αγόρια - 6 κορίτσια) και όλοι διακρίθηκαν στου Χριστού την πίστη, ο Αγιος μας γεννήθηκε στην Νεοκαισαρεια το 330μ.Χ. περίπου δηλαδή πριν 1668 χρόνια (όλες οι περιοχές που αναφέρουμε ήταν κάποτε ελληνικές ενώ σήμερα ανήκουν στην επικράτεια της Τουρκίας) σπούδασε στην Αθήνα σε φιλοσοφικές σχολές μαζί με τονφίλο του Αγιο Γρηγόριο τον θεολόγο και πέθανε σε ηλικία 48 ετών τον Δεκέμβριο του 378 μ.Χ κηδεύτηκε την 1η Ιανουαρίου του 379 μ.Χ. και κάθε πρωτοχρονιά όπως γνωρίζουμε γιορτάζουμε την μνήμη του.


ok βρήκα τι τους συνδέει. Το μήνυμα της αγάπης! Ναι, αλλά από πότε η αγάπη πρέπει προσφέρεται με το αζημίωτο, έστω και αν αυτό μεταμφιέζεται σε
δώρα ;

Γιατί τούτα είναι πρόσφατο φρούτο, νεοαφιχθέν και εισαγώμενο. Ήρθε πακέτο με την καλοζωία μας και τον καταναλωτισμό μας. Ταίριαξε υπέροχα με τον εαυτούλη μας, έκανε πέρα την αγαπημένη οικογένεια, εξαργύρωσε τη φυγή του μπαμπά με την γκόμενα . Έκλεισε τις πόρτες μας και αμπάρωσε τις καρδιές μας ενώ στόλισε την βεράντα με όλα τα φωτάκια και λαμπιόνια σαν άλλο τσίρκο Μεντράνο, βοήθημα στο πνεύμα των ημερών αλλά όχι των Χριστουγέννων.
Έστρωσε γιορτινό τραπεζομάντηλο και κρυστάλλινα ποτήρια, στόλισε και άναψε το τζάκι αλλά πήρε από δίπλα τους παππούδες γιατί χαλούσαν το ντεκόρ και που να τρέχουμε με τις πάπιες μέσ’τις γιορτές. Στο γηροκομείο θα έχουν και παρέα.
Στο όνομα του Άγιου εξαγόρασε την καλή συμπεριφορά των κακο-καλομαθημένων μας το πολύ μέχρι το Πάσχα, όπου τότε θα πληρωθεί το υπόλοιπο ποσό.

Μέχρι πρότινος, όχι δώρα δεν υπήρχαν αλλά ούτε ο άρτιος ημών ο επιούσιος. Και όμως, η αγάπη ξεχείλιζε στο φτωχικό τραπέζι. Με τη μαμά, τον μπαμπά, τους παππούδες, ενίοτε όλο το σόι. Το κρύο, ακόμη και αυτή την αρρώστια. Έλαμπαν τα μάτια όπως η φωτιά στη ξυλόσομπα, γλένταγαν οι καρδιές στα κάλαντα, γέμιζε όλο το σπίτι, φούσκωνε, έβγαινε από τα παράθυρα και κυλούσε στον δρόμο. Άγγιζε κάθε περαστικό, κάθε πέτρα, κάθε πλάσμα. Με μύθους, ιστορίες ναι, αλλά χωρίς ανταλλάγματα. Γιατί αγάπη είναι μόνο προσφορά και δόσιμο και αυταπάρνηση! Posted by Picasa